Ἀρνίον Ἑστηκὸς ὡς Ἐσφαγμένον

arnion.gr

Ἡ Γυναῖκα μέσα ἀπό τήν Ἁγία Γραφή.

       Σεβασμιώτατε,
       Ἀγαπητοί Θεολόγοι-Καθηγηταί,
       Μέλη τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Θεολόγων
       Τοπικοῦ παραρτήματος Θεσσαλίας,
       Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,
       ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ !
       Σήμερα, τρίτη Κυριακή μετά τό Πάσχα, ἡ Ἐκκλησία μας, ὅλως

ἰδιαιτέρως, τιμᾶ τά Πρόσωπα ἐκεῖνα πού συνετέλεσαν στήν φροντίδα τοῦ Νεκροῦ Σώματος τοῦ Ἰησοῦ.
       Καί τά πρόσωπα αὐτά εἶναι, ὁ Ἰωσήφ, εὐσχήμων βουλευτής, βοηθούμενος ἀπό τόν πλούσιο κρυπτοχριστιανό Νικόδημο.
       Ἀκόμη εἶναι, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή, καί ἡ Ἰωάννα, Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου, ἡ μητέρα τοῦ Ἰωσῆ, ἡ Σαλώμη, ἡ μητέρα τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου, ἡ Σουσάννα «καί αἱ λοιπαί σύν αὐταῖς» ὅπως καταγράφει ὁ ἱ. Εὐαγγελιστής Λουκᾶς, ἀλλά καί οἱ ἄλλοι Εὐαγγελισταί.
       Ἡ Κυριακή αὐτή ὠνομάσθηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία μας Κυριακή τῶν Μυροφόρων Γυναικῶν.
       Ἡ καθιέρωσις αὐτή, ἔδωσε τήν ἀφορμή εἰς τόν Σεβασμιώτατον Ποιμενάρχην μας Κον Κον Θεολόγον, νά θελήση νά ὀργανώση μιά Γιορτή πρός τιμήν τῶν Ἁγίων Μυροφόρων Γυναικῶν, ἐν συνεννοήσει μέ τά Μέλη τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Θεολόγων τοῦ Τοπικοῦ Παραρτήματος τῆς Θεσσαλίας.
       Καί ἐσκέφθησαν νά ἀναθέσουν στήν μετριότητά μου τήν Ὁμιλία πού θά ἀπετέλει μέρος τῆς Γιορτῆς.
       Τό θέμα πού ἐπροτάθη εἶναι:
       «Ἡ Γυναῖκα μέσα ἀπό τήν Ἁγία Γραφή».
       Α΄
       Ἀλλ᾿ εὐθύς ἀμέσως γεννιέται τό ἐρώτημα:
       Ὑπάρχει διαφορά ἀνάμεσα στήν Γυναῖκα τοῦ χώρου τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί στήν Γυναῖκα ἔξω ἀπό τόν χῶρον αὐτόν;
       Φαίνεται πώς ὑπάρχει.
       Καί ἡ διαφορά αὐτή τονίζεται περισσότερο ἀπό τό φαινόμενον τοῦ συγχρόνου Φεμινισμοῦ πού ζητᾶ μιά ἐλευθεριάζουσα χειραφέτησι τῆς Γυναικός.
       Καί τό φαινόμενον τοῦ Φεμινισμοῦ, δέν εἶναι τυχαῖον ὅτι ἀνεπτύχθη ἐπί χριστιανικοῦ ἐδάφους, καί μάλιστα ἐπί ἐδάφους τοῦ λεγομένου Δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ.
       Ὁ Δυτικός Χριστιανισμός, ἐνωρίς ἄρχισε νά ἐκκοσμικεύεται, καί ὑποδείγματά του δέν ἦσαν πλέον πρόσωπα καί πράγματα τοῦ χώρου τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀλλά ὑποδείγματα κοσμικά.
       Ἡ ἀνάπτυξις τοῦ Τεχνικοῦ Πολιτισμοῦ πρόβαλε σάν μία ἀπαραβίαστη αὐθεντία πού μποροῦσε νά ἐναποθέτη τήν σφραγῖδα του, σφραγῖδα ἱερή, στήν ὅλη ζωή τῶν Χριστιανῶν τῆς Δύσεως.
       Ἔτσι, διαφοροποιήθηκε ἡ πνευματικότητα τῶν Χριστιανῶν τῆς Δύσεως μέ τά γνωστά τραγικά ἀποτελέσματα.
       Καί ἕνας ἐκκοσμικευμένος Χριστιανισμός, δέν σώζει.
       Ἄν θέλωμε πραγματικά τήν σωτηρία, πρέπει νά ξανακοιτάξωμε τά αἰώνια ὑποδείγματα πού προβάλλει ἡ Ἁγία Γραφή καί ἡ Ὀρθόδοξος Παράδοσις τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας.
       Γράφει ἐπιγραμματικά διά τήν Γυναῖκα ὁ Ἀπ. Πέτρος:
       «Ὁμοίως αἱ Γυναῖκες ὑποτασσόμεναι τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν, ἵνα καί εἴ τινες ἀπειθοῦσι τῷ λόγῳ, διά τῆς τῶν Γυναικῶν ἀναστροφῆς ἄνευ λόγου (ἄνευ ἰδιαιτέρου κηρύγματος) κερδηθήσονται, ἐποπτεύσαντες τήν ἐν φόβῳ ἁγνήν ἀναστροφήν ὑμῶν ὧν ἔστω οὐχ ὁ ἔξωθεν ἐμπλοκῆς τριχῶν καί περιθέσεως χρυσίων ἤ ἐνδύσεως ἱματίων κόσμος, ἀλλ᾿ ὁ κρυπτός τῆς καρδίας ἄνθρωπος ἐν τῷ ἀφθάρτῳ τοῦ πραέως καί ἡσυχίου πνεύματος, ὅ ἐστιν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πολυτελές.
       Οὕτω γάρ ποτε καί αἱ ἅγιαι γυναῖκες αἱ ἐλπίζουσαι ἐπί τόν Θεόν ἐκόσμουν ἑαυτάς, ὑποτασσόμεναι τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν, ὡς Σάρρα ὑπήκουσε τῷ Ἀβραάμ, κύριον αὐτόν καλοῦσα
· ἧς ἐγεννήθητε τέκνα· ἀγαθοποιοῦσαι καί μή φοβούμεναι μηδεμίαν πτόησιν» (Α΄Πέτρ. 3, 1-6).
       Β΄
       Αὐτές οἱ ἅγιες Γυναῖκες, πού εἶχαν τήν ἐλπίδα τους στόν Θεόν, προφανῶς ἐτράφησαν ἀπό τόν Λόγον τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ Θεολογία τῆς Γραφῆς.
       Ἀπό τήν ἴδια πηγή πρέπει νά ποτίζωνται καί οἱ Γυναῖκες τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου γιά νά μποροῦν νά ἀνταποκριθοῦν στήν ἐπιταγή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στό χῶρο πλέον τῆς Καινῆς Διαθήκης.
       Ἄς δοῦμε τήν ἀρχέγονη κατάστασι τῆς Γυναικός, ὅπως ἐπλάσθη ἀπό τόν Θεόν Δημιουργόν καί ποιές οἱ προδιαγραφές τῆς κατασκευῆς της.
       Λέγει ἡ Γραφή:
       «Καί ἐποίησεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον, κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν, ἄρσεν καί θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς»(Γέν. 1, 27).
       Παρατηροῦμε ὅτι ὁ Θεός δημιουργεῖ τόν ἄνθρωπον σέ δύο ἐκδόσεις: Σέ ἄνδρα καί σέ Γυναῖκα.
       Καί οἱ δύο εἶναι ἄνθρωποι.
       Πρῶτα δημιουργεῖται ὁ ἄνδρας, ὕστερα ἡ Γυναῖκα.
       Ἡ διαφορά εἶναι χρονική.
       Ὄχι ποιοτική.
       Γι᾿ αὐτό, προβαίνει ὁ Θεός νά δημιουργήση καί τήν Γυναῖκα γιά νά ὑπάρχη βοηθός εἰς αὐτόν.
       «Καί εἶπεν Κύριος ὁ Θεός· οὐ καλόν εἶναι τόν ἄνθρωπον μόνον· ποιήσωμεν αὐτῷ βοηθόν κατ᾿ αὐτόν».
       Αὐτό τό «κατ᾿ αὐτόν» σημαίνει ὅμοιον, ἴδιον μέ τόν ἄνδρα.
       Καί συνεπῶς, ἔχομε ὁμοτιμία.
       Λέγει ὁ ἱ. Χρυσόστομος:
       «Ἵνα μάθῃ ὁ Ἀδάμ, ὅτι ὁμότιμον αὐτῷ (εἰς τόν Ἀδάμ) τό ζῶον (ἡ Γυνή) μέλλει εἶναι».
       Καί ἡ ὁμοτιμία εὑρίσκεται, ὡς πρός τήν ψυχή, ἀπόλυτα ὅμοια ἡ τοῦ ἀνδρός καί ἡ τῆς γυναικός.
       Φυσικά μιλᾶμε ἀπό πλευρᾶς κατασκευαστικῆς καί ὄχι ἀπό πλευρᾶς ψυχολογικῆς.
       Γιατί ἡ Ψυχολογία ἀνδρός καί γυναικός διαφέρει, γιά τόν διαφορετικό γενετικό ρόλο πού θά ἔχουν τά δύο αὐτά πρόσωπα.
       Εἶναι ὅμως καί οἱ δύο Πρόσωπα.
       Λέγει ὁ ἱ. Χρυσόστομος: «Οὐκ ἐχρῆν μόνον τόν ἄνδρα εἰκόνα λέγεσθαι, ἀλλά καί τήν γυναῖκα. Γυναικός γάρ καί ἀνδρός εἷς ὁ τύπος καί ὁ χαρακτήρ. Καί ἡ ὁμοίωσις μία».
       Ὁ Ἀδάμ δημιουργεῖται ἀπό τήν γῆν, καί ἡ Γυναῖκα ἀπό τόν Ἀδάμ.
       «Ὁ ἀνήρ ἐκ τῆς γῆς καί ἡ Γυνή ἐκ τοῦ ἀνδρός» γράφει ὁ Ἅγ. Ἰσίδωρος.
       Μᾶς ἐντυπωσιάζει ἡ δημιουργία τῆς Γυναικός:
       «Καί ἔλαβε μίαν τῶν πλευρῶν αὐτοῦ καί ἀνεπλήρωσε σάρκα ἀντ᾿ αὐτῆς.
       Καί ὠκοδόμησεν ὁ Θεός τήν πλευράν ἥν ἔλαβεν ἀπό τοῦ Ἀδάμ, εἰς γυναῖκα καί ἤγαγεν αὐτήν πρός τόν Ἀδάμ» )Γέν. 2, 21-22).
       Τί σημαίνει ὅλη αὐτή ἡ διαδικασία δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου;
       Τόν στενόν σύνδεσμον ἀνδρός καί Γυναικός ὡς ὁμοούσιοι.
       Γράφει ὁ προφήτης Μαλαχίας:
       «...ὅτι Κύριος διεμαρτύρετο ἀναμέσον σοῦ καί ἀναμέσον γυναικός νεότητός σου, ἥν ἐγκατέλιπες, καί αὕτη κοινωνός σου καί γυνή διαθήκης σου. Καί οὐκ ἄλλος ἐποίησε (δηλ. Θεός) καί ὑπόλειμμα πνεύματος αὐτοῦ», (δηλαδή ἀπό τό ὑπόλειμμα τοῦ Θείου ἐμφυσήματος πού ἔκανε τόν ἄνδρα, ἔκανε καί τήν Γυναῖκα) (Μαλαχ. 2, 14).
       Καί λαμβάνεται ἡ Εὔα, ἡ Γυναῖκα, ἀπό τήν πλευράν τοῦ Ἀνδρός, γιά νά δειχθῆ καί ἐδῶ ἡ ἰσοτιμία.
       Θά αὐθεντοῦσε τοῦ ἀνδρός, ἄν ἐλαμβάνετο ἀπό τήν Κεφαλήν τοῦ ἀνδρός, ἀκόμη θά ἦταν ὑποπόδιον τοῦ ἀνδρός, ἄν ἐλαμβάνετο ἀπό τά πόδια τοῦ ἀνδρός.
       Λαμβάνεται ὅμως ἀπό τήν πλευράν τοῦ Ἀδάμ, γιά νά φανῆ καί ἐδῶ ἡ ἰσοτιμία τῶν δύο φύλων.
       Ἄνθρωπος ὁ Ἄνδρας.
       Ἄνθρωπος καί ἡ Γυναῖκα.
       Οἱ Λάκωνες ἔλεγαν τήν Γυναῖκα «ἡ ἄνθρωπος» καί «ἡ ἀνθρωπώ».
       Γ΄
       Ἐκεῖνο πού δείχνει τήν ἰσοτιμία Ἀνδρός καί Γυναικός, εἶναι ὁ κοινός προορισμός.
       Ὁ ἄνδρας καί ἡ Γυναῖκα δέν εἶναι ἁπλῶς «ζῶον λογικόν» ἤ «ζῶον πολιτικόν» ἀλλά «ζῶον... θεούμενον» κατά τόν Ἅγ. Γρηγόριον τόν θεολόγον. (Λόγος 45ος εἰς τό Ἅγιον Πάσχα).
       Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι «ὄν θεολογικόν».
       Καί ἡ σωτηρία ἀναφέρεται καί στά δύο φῦλα.
       Λέγει ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος:
       «Ὑπέρ ἀνδρός σάρξ ἐγένετο (ὁ Λόγος);
       Τοῦτο καί ὑπέρ γυναικός.
        Ὑπέρ ἀνδρός ἀπέθανε; (Ὁ Ἐνανθρωπήσας)
       Καί ἡ Γυνή τῷ θανάτῳ σώζεται».
       Δέν ὑπάρχει Νομοθεσία ἀνδρῶν καί Νομοθεσία Γυναικῶν, ἀλλά Νομοθεσία καί Ἐντολές πρός τούς ἀνθρώπους.
       Γράφει ὁ Θεοδώρητος: «Διά τοι τοῦτο καί τούς αὐτούς νόμους, καί ἀνδράσι προσφέρει καί γυναιξί».
       Ὅλα αὐτά δείχνουν θαυμαστήν ὁμοτιμίαν, καί αὐτήν ἤθελε ὁ Θεός νά ἀποδώση ὅταν ἐδημιούργει τόν ἄνθρωπον ὑπό τά δύο φῦλα.

       Δ΄
       Παρατηροῦμε εἰς τήν Γραφή ὅτι ὁ Θεός ἔδωσε δικαιώματα ἐπί τῆς Δημιουργίας τά αὐτά, καί εἰς τόν ἄνδρα καί εἰς τήν Γυναῖκα.
       Εἶπε: «Αὐξάνεσθε καί πληθύνεσθε καί πληρώσατε τήν γῆν καί κατακυριεύσατε αὐτῆς καί ἄρχετε τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης...» (Γέν. 1, 28).
       Ἦσαν τά δικαιώματα τοῦ κατακυριεύειν καί ἄρχειν.
       Μετά ὅμως ἀπό τήν πτῶσι τά πράγματα ἀλλάζουν.
       Λέγει ὁ Θεός στήν Εὔα:
       «...Καί πρός τόν ἄνδρα σου ἡ ἀποστροφή σου, καί αὐτός σοῦ κυριεύσει» (Γέν. 3, 16).
       Τώρα, ἡ Γυναῖκα χάνει τό προνόμιον νά ἄρχη καί νά κατακυριεύη, καί γίνεται ἀρχομένη καί κατακυριευομένη.
       Λέγει ὁ ἱ. Χρυσόστομος:
       «Πρό τῆς παρακοῆς ὁμότιμος ἦν τῷ ἀνδρί».
       Τώρα ὅμως χάνει αὐτό, ἕνεκα τῆς προπετείας της καί λαμβάνει ἀπό τόν Θεόν τό ἐπιτίμιον νά ἄρχεται καί νά κυριεύεται ἀπό τόν Ἄνδρα.
       Τί σημαίνει «ἀποστροφή;».
       Ἐξάρτησι ἀπό τόν ἄνδρα.
       Κατ᾿ ἀρχάς, ἡ ἐξάρτησις εἶναι βιολογική, γιατί ὁ ἄνδρας θά δώση στή Γυναῖκα τούς ἀπογόνους.
       Ἡ ἐξάρτησις ὅμως εἶναι καί ψυχολογική, γιατί κοντά στόν ἄνδρα ἡ Γυναῖκα ἔχει τό αἴσθημα τῆς ἀσφαλείας.
       Στόν Ἡρόδοτο, ἡ λέξις «ἀποστροφή» σημαίνει «καταφύγιον».
       Ἀπολογούμενος, τρόπον τινά ὁ Θεός, διά στόματος ἱ. Χρυσοστόμου, λέγει στήν Εὔα:
       «Ἐγώ μέν ἀπό τήν ἀρχή σέ ἐδημιούργησα ἰσότιμον μέ τόν ἄνδρα, καί θέλησα νά συμμετέχης σέ ὄλα μαζῆ μ᾿ αὐτόν, σάν ἰσαξία, καί ὅπως στόν ἄνδρα, ἔτσι καί σέ σένα, ἔδωσα τήν ἐξουσία πάνω σέ ὅλα τά δημιουργήματα. Ἐπειδή ὅμως δέν χρησιμοποίησες ὅπως ἔπρεπε τήν ἰσοτιμία, γι᾿ αὐτό σέ ὑποτάσσω στόν ἄνδρα.
       Καί θά ζητᾶς καταφύγιο στόν ἄνδρα σου, καί αὐτός θά εἶναι κυρίαρχός σου... ὥστε νά γνωρίζης καλά τήν ἐξουσία του.
       Καί ἐπειδή δέν ἔμαθες νά ἄρχης, μάθε τώρα καλῶς νά ἄρχεσαι...
       Εἶναι προτιμώτερο νά βρίσκεσαι κάτω ἀπό τήν κυριαρχία τοῦ ἀνδρός σου, παρά νά ἀπολαμβάνης τήν πλήρη ἐλευθερία καί ἐξουσία καί νά πηγαίνης κατά γκρεμοῦ...» (¨Ομιλία ΙΖ΄ εἰς τήν Γένεσιν, ΕΠΕ, Τόμ. 2, σ.482).
       
Ε΄
       Εἴδαμε, μέσα στόν χῶρο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τήν ἀξία τῆς Γυναικός καί τήν ἰσοτιμία της μέ τόν ἄνδρα.
       Ὡστόσο παρέμενε τό ἐπιτίμιό της, νά ἄρχεται ἀπό τόν ἄνδρα.
       Αὐτό γι᾿ αὐτήν θά ἦταν μᾶλλον μιά ἀσφάλεια, παρά ἕνα ἐπιτίμιο.
       Καί ἐρχόμεθα τώρα, στόν χῶρο τῆς καινῆς Διαθήκης.
       Ἐκεῖνο πού καταπλήσσει εἶναι τοῦτο.
       Ἡ ἀφετηρία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τοῦ Παλαιοῦ Κόσμου, ἦταν ὁ Ἄνδρας καί ἀκολούθησε ἡ δημιουργία τῆς Γυναικός.
       Τώρα, στόν χῶρο τῆς καινῆς Διαθήκης, ἀντιστρέφονται τά πράγματα.
       Ἡ ἀρχή τῆς καινῆς Διαθήκης, εἶναι μία Γυναῖκα.
       Εἶναι ἡ Θεοτόκος.
       Εἶναι ἡ Νέα Εὔα.
       Ἡ Νέα ζωή.
       Ἡ καινούργια Γυναῖκα.
       Καί ἀκολουθεῖ ὁ Νέος Ἀδάμ.
       Ὁ Ἰησοῦς Χριστός.
       Ἐφ᾿ ἑξῆς, ὅπου ὁ Χριστός, ἐκεῖ καί ἡ Θεοτόκος, καί ὅπου ἡ Θεοτόκος ἐκεῖ καί ὁ Χριστός.
       Κυριωτάτη παράστασις τῆς Θεοτόκου εἶναι ὡς βρεφοκρατοῦσα.
       Τό σῶμα τῆς Θεοτόκου εἶναι τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί αὐτό παριστάνεται στό πρόσφορο τῆς Ἁγίας Προσκομιδῆς.
       Ἡ Θεοτόκος ἔδωσε σάρκα στόν Θεόν-Λόγον, ἐπιστρέφουσα τήν Σάρκα πού ἔλαβε στό πρόσωπο τῆς Εὔας ἀπό τόν Ἀδάμ.
       Ὁ Ἰησοῦς καί ἡ Θεοτόκος εἶναι τά ἀπαρασάλευτα ἀρχέτυπα ἀνδρός καί γυναικός.
       Ἄν θέλωμε νά κατανοήσωμε τόν προπτωτικό Ἀδάμ καί τήν προπτωτική Εὔα, πρέπει νά ἀτενίζωμε εἰς τόν Ἰησοῦν καί τήν Θεοτόκον.
       Ὁ Ἰησοῦς καί ἡ Θεοτόκος ἀνοίγουν ἕνα κρείττονα Παράδεισον ἀπό τόν ἀρχαῖον τῆς Ἐδέμ.
       Τό Σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, πού τοῦ ἔδωκε ἡ Θεοτόκος, γίνεται Ἐκκλησία.
       Καί ἡ Ἐκκλησία, εἶναι οἱ πιστοί, ἄνδρες καί Γυναῖκες.
       Ἕνας καινούργιος κόσμος πού γεννιέται μέ τήν Πίστι στόν Ἰησοῦ Χριστό.
       Ἡ Ἐκκλησία!
       Αὐτήν πού βλέπει ὁ ἱ. Εὐαγγ. Ἰωάννης στήν Ἀποκάλυψι: «Καί σημεῖον μέγα ὤφθη ἐν τῷ οὐρανῷ, γυνή περιβεβλημένη τόν ἥλιον, καί ἡ σελήνη ὑποκάτω τῶν ποδῶν αὐτῆς, καί ἐπί τῆς κεφαλῆς αὐτῆς στέφανος ἀστέρων δώδεκα, καί ἐν γαστρί ἔχουσα...» (Ἀποκ. 12, 1).
       Καί τό μέγα αὐτό σημεῖον-θαῦμα, εἶναι ἡ καινούργια Γυναῖκα, ἡ θεοτόκος , ἡ Ἐκκλησία.
       Καί ὅπως λέγει ὁ Ἅγ. Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος: «Ἡ Γυνή κεῖται εἰς τύπον τῆς Ἐκκλησίας
· καί ὅπως ὥσπερ... ἐκεῖναι αἱ γυναῖκες εἶχον ἐξηπλωμένας τάς τρίχας ἀντί σκεπάσματος, οὕτω καί ἡ Ἐκκλησία τά τέκνα αὐτῆς ἐνδύει... ἐνδύμασι θεϊκοῖς» (Ὁμιλ. 12η).
       ΣΤ΄
       Εἴδαμε, ὅτι ὁ καινούργιος κόσμος τῆς Θεοτόκου καί τοῦ Ἰησοῦ, ἦλθε μέ τήν Πίστι τῶν ἀνθρώπων.
       «Ἀλλ᾿ οὐ πάντων ἡ πίστις» (Β΄Θεσ. 3,2).
       Εἶναι καί ἐκεῖνοι πού δέν θά ἐδέχοντο τήν πίστι, καί θά ἀπέρριπταν τόν Ἰησοῦν καί τήν Θεοτόκον.
       Τότε, σ᾿ αὐτόν τόν δαιμονικό κόσμο, πού τό δαιμονικό στοιχεῖο ἐπεκράτησε μετά τήν πτῶσι τῶν Πρωτοπλάστων, θά δημιουργοῦσε ἕνα ἄλλο σημεῖον Γυναικός.
       Καί αὐτό τό βλέπει ὁ ἱ. Εὐαγγ. Ἰωάννης στήν Ἀποκάλυψί του.
       Γράφει:
       «...καί εἶδον γυναῖκα καθημένην ἐπί τό θηρίον τό κόκκινον, γέμον ὀνόματα βλασφημίας, ἔχον κεφαλάς ἑπτά καί κέρατα δέκα.
       Καί ἡ γυνή ἦν περιβεβλημένη χρυσίῳ καί λίθῳ τιμίῳ καί μαργαρίταις, ἔχουσα ποτήριον χρυσοῦν ἐν τῇ χειρί αὐτῆς, γέμον βδελυγμάτων, καί τά ἀκάθαρτα τῆς πορνείας τῆς γῆς, καί ἐπί τό μέτωπον αὐτῆς ὄνομα γεγραμμένον
· μυστήριον, Βαβυλών ἡ μεγάλη, ἡ μήτηρ τῶν πορνῶν καί τῶν βδελυγμάτων τῆς γῆς...»(Ἀποκ. 17,1).
       Ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ὅλη ἑρμηνεία τοῦ ὁράματος αὐτῆς τῆς πολυτελοῦς καί πλουσίας Πόρνης Γυναικός πού κάθεται στή ράχη τοῦ θηρίου-Σατανᾶ, εἶναι ὁ γυναικεῖος κόσμος πού ξεκίνησε μέ τόν Χριστό καί κατήντησε μέ τόν Διάβολον.
       Εἶναι, ὅ,τι εἴπαμε στήν ἀρχή τῆς Ὁμιλίας μας.
       Ἐρχόμενος ὁ Χριστός στόν κόσμο, θά μποροῦσε ὁ κόσμος νά διαφοροποιηθῆ;
       Καί ὅμως ὁ Κόσμος διαφοροποιήθηκε!
       Ἔτσι, στόν χῶρο τοῦ Κόσμου ζῆ καί κινεῖται ἡ δαιμονιώδης Γυναῖκα.
       Αὐτή πού δέν θέλει νά γνωρίση τόν Κόσμο τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Θεοτόκου.
       Σ᾿ αὐτόν, λοιπόν, τόν δαιμονιώδη κόσμο, γεννήθηκε καί γαλουχήθηκε ὁ σύγχρονος Φεμινισμός.
       Ἡ Φεμινίστρια Γυναῖκα, αὐτή πού ζεῖ καί κινεῖται στήν Κίνησι πού λέγεται Φεμινισμός, ἕνα Κίνημα πού παραθεωρεῖ τόν Χριστό καί κινεῖται ἐρήμην τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, δέν ἀνέχεται νά μένη στούς ὅρους πού τῆς ἔθεσε ὁ Θεός νά βρίσκεται στήν ὑπακοή τοῦ συζύγου διά τόν Χριστό, «οὐκ ἀνασχομένη μεῖναι ἐπί τῶν οἰκείων ὅρων», ὅπως λέγει ὁ ἱ. Χρυσόστομος, τραβάει τό δρόμο τό δικό της.
       Καί ὁ δρόμος αὐτός «ἄγει κατά κρημνῶν» ὅπως πάλι λέγει ὁ ἱ. Χρυσόστομος.
       Ἔτσι, στρέφεται πρός τόν Πολιτικό Γάμο, ἕναν ἀνευλόγητο Γάμο ἀπό τόν Θεόν, γιά νά μή ἀκούση τό: «ἡ δέ Γυνή ἵνα φοβῆται τόν ἄνδρα...».
       Ἐπειδή κάνει κακή ἐκτίμησι τῆς ἰσοτιμίας τῶν φύλων, ζητᾶ τήν κατάργησι τῆς ἀνδρικῆς ἐξουσίας ὡς Κεφαλῆς τῆς Οἰκογενείας.
       Καί αὐτό ἐκφράζεται μέ τήν διατήρησι τοῦ πατρικοῦ ἐπιθέτου καί τῆς ἀνδρικῆς στολῆς.
       Ζητᾶ ἐλεύθερες καί μή ἐλεγχόμενες σχέσεις της μέ ἄλλα ἀνδρικά πρόσωπα.
       Καί αὐτά, εἴτε πρίν τό Γάμο, εἴτε μέσα στό Γάμο.
       Γι᾿ αὐτό καί ἔχομε τήν ἀποποινικοποίησι τῆς μοιχείας.
       Ἔτσι, αὐτός ὁ τέως Χριστιανικός κόσμος, ἰδίως τοῦ λεγομένου Δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ, μέ καλπάζοντα τρόπον ὁδηγεῖται στήν καταστροφή.
       Καί γιά νά θυμηθοῦμε τόν Ἡσαΐα, πού εἶναι, ὅπως καί ὅλοι οἱ Προφῆται, ἐκτάκτως ἐπίκαιρος:
       «Τάδε λέγει Κύριος·
       ἀνθ᾿ ὧν ὑψώθησαν αἱ θυγατέρες Σιών καί ἐπορεύθησαν ὑψηλῷ τραχήλῳ καί ἐν νεύμασιν ὀφθαλμῶν (κοιτοῦσαν μέ ἀναιδῆ μάτια) καί τῇ πορείᾳ τῶν ποδῶν ἅμα σύρουσαι τούς χιτῶνας καί τοῖς ποσίν ἅμα παίζουσαι, καί ταπεινώσει ὁ Θεός ἀρχούσας θυγατέρας Σιών...καί ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἀφελεῖ Κύριος τήν δόξαν τοῦ ἱματισμοῦ αὐτῶν καί τούς κόσμους αὐτῶν... καί ἔσται ἀντί ὀσμῆς ἡδείας κονιορτός, καί ἀντί ζώνης σχοινίῳ ζώση... Καί ὁ υἱός σου ὁ κάλλιστος, ὅν ἀγαπᾶς, μαχαίρᾳ πεσεῖται... καί καταλειφθήση μόνη καί εἰς τήν γῆν ἐδαφισθήση (μέ γκρεμισμένα τά σπίτια σου...)» (Ἡσ. 3, 16-26).


       Τό ἀποτέλεσμα:
       «'Εμάνθανε διά τῆς πείρας αὐτῆς, μετ᾿ οὐ πολύ, τῆς συμβουλῆς τό ὀλέθριον» (Χρυσόστομος).
       Ὅ,τι ὁ Διάβολος συμβουλεύει τήν σύγχρονη Γυναῖκα, ὅπως τότε τήν Εὔα.
       Ζ΄
       Ἀλλ᾿ ἄς γυρίσωμε στόν οἰκεῖο μας χῶρο.
       Αὐτόν πού δημιούργησε ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Θεοτόκου.
       Ὁ Κύριος βέβαια, ἐξέλεξε ἄνδρας Μαθητάς πού τόν περιστοίχιζαν.
       Ποτέ ὅμως δέν ἀπέπεμψε κάποιες εὐλαβεῖς Γυναῖκες πού τόν ἀκολουθοῦσαν.
       Ἔτσι, διαβάζομε στό κατά Λουκᾶν Εὐαγγέλιον:
       «καί ἐγένετο ἐν τῷ καθεξῆς καί αὐτός διώδευε κατά πόλιν καί κώμην κηρύσσων καί εὐαγγελιζόμενος τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καί οἱ δώδεκα σύν αὐτῷ, καί γυναῖκες τινες αἵ ἦσαν τεθεραπευμέναι ἀπό νόσων καί μαστίγων καί πνευμάτων πονηρῶν καί ἀσθενειῶν, Μαρία ἡ καλουμένη Μαγδαληνή, ἀφ᾿ ἧς δαιμόνια ἑπτά ἐξεληλύθει, καί Ἰωάννα γυνή χουζᾶ ἐπιτρόπου Ἡρώδου, καί Σουσάννα καί ἕτεραι πολλαί, αἵτινες διηκόνουν αὐτοῖς (ἀντί
"αὐτῷ" κατά τήν κριτική ἔκδοσι) ἀπό τῶν ὑπαρχόντων αὐταῖς» (Λουκ. 8, 3).
       Ὁ φιλοσοφικώτατος Πλάτων δέν εἶχε ἀκροάτριες Γυναῖκες.
       Ποτέ ὁ Πλάτων δέν ἐτιτλοφόρησε «Διάλογό» του μέ γυναικεῖο ὄνομα.
       Ἐνῶ ἡ παλαιά Διαθήκη, ἤδη, ἔχει τίτλους Βιβλίων της μέ γυναικεῖα ὀνόματα.
       Αὐτό δείχνει τήν θέσι τῆς Γυναικός στόν ἀρχαῖο κόσμο.
       Θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι αὐτός ὁ μικρός Ὅμιλος, ἀνδρῶν καί γυναικῶν πού ἀκολουθεῖ τόν Κύριο εἶναι ἕνα μικρό κοινόβιο.
       Ὅταν οἱ Ἀπόστολοι ἐπιστρέφουν στά Ἱεροσόλυμα ἀπό τήν Ἀνάληψι τοῦ Χριστοῦ, σημειώνει ὁ ἱ. Λουκᾶς, ὅτι «οὗτοι πάντες (οἱ Ἀπόστολοι) ἦσαν προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδόν τῇ προσευχῇ καί τῇ δεήσει σύν γυναιξί καί Μαρίᾳ τῇ μητρί τοῦ Ἰησοῦ καί σύν τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ» (πράξ. 1, 14).
       Καί οἱ θαυμάσιες αὐτές Γυναῖκες, πού διαθέτουν ἀνδρεῖο φρόνημα, χωρίς νά μεταβάλωνται σέ ἄνδρες, ἀκολουθοῦν τόν Κύριον μέχρι τό Σταυρό καί μέχρι τό Μνημεῖον.
       Γι᾿ αὐτό ἀμείβονται γιά τήν πίστι τους καί τήν Ἀγάπη τους, νά δοῦν πρῶτες τόν Ἀναστάντα Κύριον Ἰησοῦν.
       Γι᾿ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία μας σήμερα τίς τιμᾶ ἀφιερώνοντας σ᾿ Αὐτές τούτη τήν Κυριακή.
       Ἔχομε ἀκόμη, τίς ἀδελφές Μάρθα καί Μαρία πού γνωρίζουν πῶς νά ἀγαποῦν, νά φιλοξενοῦν, νά ἀσχολοῦνται μέ τό νοικοκυριό, ἀλλά καί μέ τήν ἀκρόασι τοῦ Θείου Λόγου.
       Μαζῆ μέ τόν ἀδελφό τους τόν Λάζαρο εἶχαν τήν μεγάλη τιμή νά φιλοξενοῦν τόν Κύριο καί τούς Μαθητάς του, ὥστε, ὅταν ἐδάκρυσε ὁ Κύριος πρό τοῦ τάφου τοῦ Λαζάρου, νά ποῦν οἱ Ἰουδαῖοι: «ἴδε πῶς ἐφίλει αὐτόν».
       Ὁ Κύριος, ποτέ δέν ἀπέπεμψε τίς ἁμαρτωλές Γυναῖκες ἀλλά τίς διόρθωνε.
       Ἄς θυμηθοῦμε τήν ἐπ᾿ αὐτοφώρῳ μοιχευομένη.
       Ὅπως καί ἐκείνην τήν Πόρνη Γυναῖκα πού τοῦ ἔπλενε τά πόδια μέ μύρα καί δάκρυα καί τά σκούπιζε μέ τά μαλλιά της.
       Καί ὁ μέν φιλοξενῶν Φαρισαῖος σκανδαλίστηκε, ἀλλά πῆρε τό πρέπον μάθημά του ἀπό τόν Κύριον.
       Καί ἡ Σαμαρεῖτις Γυναῖκα.
       Μέ τόση εὐγένεια τῆς ἀποκαλύπτει ὅτι καί ὁ ἕκτος ἄνδρας πού εἶχε, δέν ἦταν ἄνδρας της.
       Καί μαζῆ της ἄνοιξε θεολογικό διάλογο περί Θεοῦ, περί Μεσσίου καί περί λατρείας τοῦ Θεοῦ, πού μέ κανέναν μορφωμένο τοῦ περιβάλλοντός του δέν ἄνοιξε.
       Η΄
       Πρότυπο, ἤ ἀρχέτυπο, στόν γυναικεῖο κόσμο ἦταν ἡ ἀνάμεσά τους Κυρία Θεοτόκος.
       Αὐτή εἶναι τό ἀνυπέρβλητο ὑπόδειγμα, γῆς καί οὐρανοῦ, ἀνθρώπων καί Ἀγγέλων.
       Αὐτό τό ὑπόδειγμα τό ἐμιμήθησαν ὅλες οἱ ὅσιες καί μάρτυρες Γυναῖκες.
       Καί καλοῦνται συνεχῶς νά τό μιμοῦνται.
       Ἡ Θεοτόκος εἶναι ἡ Γυναῖκα πού ὑποτάσσεται στό Θεό μέ βαθυτάτη πίστι, Ταπείνωσι, Ὑπακοή καί Ἀγάπη.
       Ὅλο τό κάλλος τό ἐπιζητᾶ «ἔσωθεν», ἐνῶ ἡ «πεπτωκυῖα» γυναῖκα τό ἐπιζητᾶ ἔξωθεν, στήν φιλαρέσκεια.
       Ἡ Θεοτόκος ἔχει ἀνυπέρβλητο ἀνδρεῖο φρόνημα μέ τό ὁποῖο ἀντιμετωπίζει κάθε δύσκολη στιγμή, ἀπό τήν κακότητα τῆς Ναζαρέτ, μέχρι τή θηριωδία τοῦ Ἡρώδου, τήν αὐτοεξορία της στήν Αἴγυπτο καί τόν σταυρικό θάνατο τοῦ Υἱοῦ της.
       Ἀντιμετωπίζει μέ δύναμι, διότι εἶναι ἀνυπέρβλητα Δυνατή, αὐτόν τόν Διάβολον προσωπικά, ὅπως ἡ παλαιά Εὔα πού νικήθηκε.
       Καί αὐτό φαίνεται στό ὅραμα τοῦ Εὐαγγ. Ἰωάννου πού ὁ Δράκων ἑτοιμάζεται νά καταπιῆ τό ἄρρεν τέκνον πού ἑτοιμάζεται νά γεννήση, καί κατοπινά τήν καταδιώκει καί τήν καθιστᾶ «ποταμοφόρητον» ,γιά νά τήν πνίξη (Ἀποκ. 12, 1-17).
       Ἡ διανοουμένη γυναῖκα μπορεῖ θαυμάσια νά τήν ἔχη πρότυπό της, διότι εἶναι θεόπνευστη Ποιήτρια, μεστή, Ποιήτρια ὑψηλῆς ποιήσεως, ρωμαλέας, αἰωνίου καί παγκοσμίου ἀντοχῆς, καί ὄχι βερμπαλίστρια καί παθιασμένη μιᾶς παρηκμασμένης ποιήσεως.
       Ἡ Ὠδή της, μέ τούς μεγαλοπνόους καί προφητικούς στίχους της, τήν κάνει φανερή.
       Ἡ Θεοτόκος Μαρία εἶναι σοφή.
       Θά ἦταν ἀδύνατο νά γίνη ἡ Μητέρα τῆς Ἐνυποστάτου Σοφίας καί νά εἶναι ἄσοφη.
       Αὐτή ἡ προφητική Γραφή τό βεβαιώνει:
       «Ἡ Σοφία ὠκοδόμησε τόν ἑαυτῆς οἶκον...» (Παροιμ. 8, 1), καί ὁ οἶκος τῆς Ἐνυποστάτου Σοφίας εἶναι ἡ Κυρία Θεοτόκος.
       Ἀκόμη, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, εἶναι σοφή στή βίωσι τῆς ζωῆς, δηλαδή, εἶχε πρακτική σοφία, ἐγνώριζε νά ζῆ, νά μιλᾶ, νά σκέπτεται, νά ἀποκρίνεται σέ ἀνθρώπους καί Ἀρχαγγέλους, μέ τήν ἴδια σύνεσι καί τήν ἴδια ἄνεσι.
       Εἶχε κοινωνική ἀντίληψι ἀπό τίς ὑπηρεσίες της στήν ἐπίτοκο Ἐλισάβετ μέχρι τό κάλεσμά της στό Γάμο τῆς Κανᾶ.
       Ἔχει συνείδησι, ἀπό πολύ ἐνωρίς, ὅτι εἶναι παγκόσμιο καί διιστορικό Πρόσωπο, ὅταν ἀναφέρη στήν Ὠδή της:
«ἀπό τοῦ νῦν μακαριοῦσι με πᾶσαι αἱ γενεαί».
       Καί αὐτό, μέ ἀντίκρυσμα, καί ὄχι ὅπως κάποιες βεντέττες τῆς ἐφημέρου παγκοσμιότητος μέ ἀμφιβόλου ποιότητος προβολή.
       Ἔχει, ἡ Κυρία Θεοτόκος, ἁγνότητα ψυχῆς καί σώματος, πού ἰλιγγιοῦν καί αὐτοί οἱ ἄγγελοι.
       Δέν ἔχει καμμία προσωπική ἁμαρτία, πλήν τοῦ προπατορικοῦ, πού ὥστόσο τήν καθάρισε, κατά τήν σύλληψι τοῦ Υἱοῦ της, τό Πνεῦμα τό Ἅγιον.
       Δέν κόλλησε ποτέ στή γῆ.
       Τό πολίτευμά της τό εἶχε πάντοτε στόν Οὐρανό.
       Εἶναι τό ὑπόδειγμα καί τῶν Μητέρων καί τῶν Παρθένων.
       Τό ἴδιο καί γιά ἐκείνους πού ζοῦν τήν Μοναστική Πολιτεία.
       Ζῆ μέσα στήν κοινωνία τῶν Ἁγίων, τήν Ἐκκλησία, ὅπως μᾶς περιγράφη ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς στίς Πράξεις (Πράξ. 1, 14), πού σημαίνει ὅτι κινεῖται ἐξ ἴσου ἄνετα, τόσο στόν ἰδιωτικό χῶρο τοῦ σπιτιοῦ της, ὅσο καί στόν δημόσιο χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, γι᾿ αὐτό καί εἶναι τό ὑπόδειγμα οἰκοκυρᾶς αλλά καί δημοσίου ζωῆς.
       Ἡ Κυρία Θεοτόκος, εἶναι Προφῆτις πού διακρίνει τό Μέγα Μυστήριον τῆς Θείας Οἰκονομίας, «τό σεσιγημένον χρόνοις αἰωνίοις», διότι, κάθε τι πού ἐσημειοῦτο εἰς τόν Ἰησοῦν, «διετήρει πάντα τά ρήματα ταῦτα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς» ( Λουκ. 2, 51).
       Ἀποκρυπτογραφεῖ τά γεγονότα, μίαν ὅλην τριακονταετίαν, μαθαίνοντας πρώτη, τό σχέδιον τοῦ Θεοῦ.
       Εἶναι ἱστορικός, γιατί συλλέγει τό ἱστορικό της ὑλικό, μέ ὅλα τά προτερήματα ἑνός ἱστορικοῦ, καί παραδίδει αὐτό της τό «Ἀρχεῖο» στόν Λουκᾶ, γιά νά τό δημοσιεύση στό Εὐαγγέλιό του.
       Ἀγαπᾶ τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους, ὅσο κανένα Πρόσωπο ἀνθρώπου ἤ Ἀγγέλου ἀγάπησε ποτέ.
       Εἶναι ζῶσα Θεολογία, γιατί ἡ ἰδία εἶναι ΘΕΟΛΟΓΙΑ.


       Ἡ παρουσία της γίνεται Θεολογία καί ἀποκαλύπτει Θεολογία.
       Γνωρίζει τήν Ἁγία Γραφή καί τήν κατανοεῖ, καί τήν ἑρμηνεύει, ὅσο ποτέ κανένας Θεολόγος, γιατί εἶχε τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ὅσο ποτέ κανένας ἄνθρωπος, καί ἐβάστασε «τόν βαστάζοντα πάντα», ὥστε νά γίνη ὁ Ἄτλας ὅλης τῆς Κτιστῆς, ὁρατῆς καί ἀοράτου Δημιουργίας.
       Ζεῖ τήν «μυστική ζωή» ὡς ἡ μεγαλυτέρα «μύστις» τῶν θείων, ὅπως τήν ἀποκαλύπτουν μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας.
       Κατακτᾶ τή γῆ καί τόν οὐρανό, καί κατέχει τά «δευτερεῖα τῆς Τριάδος».
       Εἶναι ὅλη φωτεινή, γιατί εἶναι ἡ Μητέρα τοῦ Φωτός.
       Φορεῖ τόν ἥλιον, πατᾶ στή σελήνη, τό σύμβολο τῆς γηίνης ἀκαταστασίας καί ρευστότητος, καί ἔχει γιά στέμμα της τόν ἔναστρον οὐρανόν (Ἀποκ. 12, 1). Ἡ Μαρία, ἡ πτωχή Κόρη τῆς Ναζαρέτ, εἶναι ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ὁ μέγιστος τίτλος πού ποτέ κτιστή φύσις ἐπέτυχε.
       Καί ὅλα αὐτά, γιατί ἔμεινε στό χῶρο τοῦ Θεοῦ.
       Ὑποδείγματά της ἐστάθησαν μεγάλα γυναικεῖα καί ἀνδρικά πρόσωπα.
       Μελέτησε τή ζωή τῆς παλαιᾶς Εὔας καί ἐφρόντισε νά μή ἐπαναλάβη τά σφάλματά της.
       Ἔμεινε πιστή στήν ὑπακοή τοῦ Θεοῦ.
       Νά, λοιπόν, αἰώνιο ἀρχέτυπο, ἡ Θεοτόκος, γιά ὅλες τίς Γυναῖκες, ὅλων τῶν αἰώνων καί ὅλων τῶν ἐποχῶν.
       Τέτοιες Γυναῖκες διαμορφώνει ὁ χῶρος τοῦ Θεοῦ.
       Ἀλλά, μυριάδες γυναῖκες, ἐμιμήθησαν τήν Θεοτόκον.
       Ὅπως τίς διαμόρφωσε ὁ χῶρος τοῦ Θεοῦ.
       Καί ἐκάλυψαν ὅλους τούς τομεῖς τῆς ζωῆς.
       Καιρός εἶναι νά δοῦμε τό παράδειγμά τους πρός μίμησι.
       
Θ΄
       Ὁ Ἀπ. Παῦλος, στό τεράστιο κηρυκτικό του ἔργο, ἔχει καί ἄνδρες καί γυναῖκες σάν συνεργάτες.
       Καμμία ὑποτίμησις τοῦ γυναικείου φύλου.
       Ὅλοι εἶναι χρήσιμοι.
       Ὅλοι συμβάλλουν θετικῶς γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου.
       Τό βλέπει αὐτό κανείς στόν μακρύ κατάλογο πού παραθέτει στό τέλος τῆς πρός Ρωμαίους Ἐπιστολῆς του.
       Σχεδόν ὁλόκληρο τό 16ον κεφάλαιον εἶναι καταχώρησις ὀνομάτων, ἀνδρῶν καί γυναικῶν συνεργατῶν του.
       Γράφει: «Συνίστημι δέ ὑμῖν Φοίβην τήν ἀδελφήν ἡμῶν, οὖσαν διάκονον τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἐν Κεγχρεαῖς, ἵνα αὐτήν προσδέξησθε ἐν Κυρίῳ ἀξίως τῶν ἁγίων καί παραστῆτε αὐτῇ ἐν
ἄν ὑμῶν χρήζη πράγματι· καί γάρ αὕτη προστάτις πολλῶν ἐγενήθη καί αὐτοῦ ἐμοῦ» (16, 1).
       Σᾶς συνιστῶ, σᾶς συστήνω...
       Ποιά;
       «
Φοίβην τήν ἀδελφήν».
       Εἶναι ἡ πρώτη πού καταχωρεῖται.
       Καί εἶναι γυναῖκα!
       Φαίνεται ὅτι ἦταν ἡ κομίστρια τῆς Ἐπιστολῆς.
       Νά καί Γυναῖκες ταχυδρόμοι πού μποροῦσε κανείς νά ἐμπιστευθῆ μιά ἐπιστολή, καί μάλιστα τοῦ Μεγάλου Παύλου τήν Ἐπιστολή στήν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης.
       Ἄν ἡ Γυναῖκα αὐτή ἔχανε τήν ἐπιστολή, ἐμεῖς σήμερα θά εἴμαστε φτωχότεροι ἀπό τήν παραγωγή τοῦ Παύλου.
       Τήν ἀποκαλεῖ, «ἀδελφήν ἡμῶν».
       Καί τήν συστήνει σάν πολύ ἐξαιρετικό πρόσωπο.
       Καί εἶχε ἀξίωμα στήν Ἐκκλησία τῶν Κεγχρεῶν.
       Ἦταν διάκονος.
       Καθήκοντα τῆς Διακόνου ἦταν ἡ Κατήχησις καί τό βάπτισμα τῶν Γυναικῶν.
       Ἦταν ἐπιφορτισμένη μέ τήν ἐπίσκεψι τῶν ὀρφανῶν, τῶν ἀσθενῶν καί μέ τήν φιλοξενία.
       Καί συνιστᾶ ὁ Παῦλος νά τήν ὑποδεχθοῦν οἱ Ρωμαῖοι Χριστιανοί «ἀξίως τῶν ἁγίων».
       Ἀκόμη, νά τῆς συμπαρασταθοῦν σέ ὅ,τι ἔχει ἀνάγκη. Φαίνεται ὅτι ἦταν πλουσία καί πρόσωπον κοινωνικῆς ἐπιρροῆς, γιατί εἶχε σταθῆ «προστάτις πολλῶν».
       Καί προστασία ἦταν ἡ φιλοξενία καί ἡ κηδεμονία κατά τόν Θεοδώρητον.
       Ἀλλά τό μεγαλύτερον ἐγκώμιον ὁ Παῦλος τό ἀφήνει τελευταῖο:
«Καί αὕτη προστάτις... ἐγενήθη καί αὐτοῦ ἐμοῦ».
       Πώ! Πώ! Τῆς γυναικείας προσωπικότητος, ὥστε νά γίνεται κηδεμών καί προστάτις καί φιλόξενος ἑνός Μεγάλου Παύλου!
       Ὁ δέ Θεοδώρητος ἀποκαλεῖ τήν Φοίβην, «ἀοίδιμόν τε καί πολυθρύλητον».
       Ἀλήθεια! Ὡραῖες Γυναικεῖες ψυχές!
       Κατόπιν, ἀναφέρεται ὁ Ἀπ. Παῦλος στό ζεῦγος Πρίσκιλλαν καί Ἀκύλαν.
       Γράφει:
       «Ἀσπάσασθε Πρίσκιλλαν καί Ἀκύλαν τούς συνεργούς μου ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, οἵτινες ὑπέρ τῆς ψυχῆς μου τόν ἑαυτῶν τράχηλον ὑπέθηκαν, οἷς οὐκ ἐγώ μόνον εὐχαριστῶ, ἀλλά καί πᾶσαι αἱ ἐκκλησίαι τῶν ἐθνῶν, καί τήν κατ᾿ οἶκον αὐτῶν ἐκκλησίαν» (16, 3-4).
       Ἐντυπωσιάζει ἡ πρότασις τῆς Πρισκίλλης τοῦ Ἀκύλα.
       Γιά τό ζεῦγος αὐτό ὁ ἱ. Χρυσόστομος ἐξεφώνησε δύο Ὁμιλίες.
       Γιατί ὅμως προτάσσεται ἡ Πρίσκιλλα τοῦ Ἀκύλα;
       Γιατί ἦταν πολύ σπουδαία Γυναῖκα.
       Εἶχε βαθειά θεολογική κατάρτησι καί μεγάλη δρᾶσι.
       Ὅταν στήν Ἔφεσο ἄκουσε τόν πολύν Ἀπολλώ, ἄνδρα Ἰουδαῖον Ἀλεξανδρινόν πού ἐκήρυττε Χριστόν, ἀντελήφθη ὅτι ὑστεροῦσε στήν θεολογική κατάρτησι καί τόν βοήθησε νά ὁλοκληρώση τίς θεολογικές του γνώσεις.
       Τούς ἀποκαλεῖ συνεργούς του ὁ Παῦλος.
       Στάθηκαν κοντά του, καί στό Εὐαγγέλιον καί στούς πειρασμούς.
       Ὁ Παῦλος γιά πρώτη φορά τούς συνάντησε στήν Κόρινθο.
       Ἐκεῖ, πολύ τόν βοήθησαν.
       Κατόπιν, τόν ἀκολούθησαν στήν Ἔφεσο, καί ἐκεῖ προετοίμασαν τό ἔδαφος γιά τό κήρυγμα τοῦ Παύλου.
       Τώρα, πού τούς στέλλει ἀσπασμούς, βρίσκονται στή Ρώμη, ὅπου φαίνεται προπορεύθηκαν τοῦ Παύλου γιά λόγους κηρυκτικούς.
       Ἐξ ἄλλου, στέλλει χαιρετισμούς καί στήν «κατ᾿ οἶκον αὐτῶν ἐκκλησίαν» πού φαίνεται εἶχαν διαθέσει τό σπίτι τους, ἤ σέ κάποιο ἄλλο σπίτι διηύθυναν κάποια χριστιανική ὁμήγυρι.
       Εἶναι ἐκπληκτικό αὐτό πού γράφει γιά τό ζεῦγος αὐτό: «
Οἵτινες ὑπέρ τῆς ψυχῆς μου τόν ἑαυτῶν τράχηλον ὑπέθηκαν».
       
Φαίνεται, στήν Ἔφεσο πού ἐκινδύνευσε ὁ Παῦλος, τόν ἔσχατο μάλιστα κίνδυνο, ἀφοῦ ὁ ἴδιος γράφει ὅτι ἐθηριομάχησε στήν Ἔφεσο (Α΄Κορ. 15, 32) πού σημαίνει ὅτι πολύ ἐκινδύνευσε, τό ζεῦγος Πρίσκιλλα καί Ἀκύλας ἐξέθεσαν τή ζωή τους στόν κίνδυνο τοῦ θανάτου προκειμένου νά περισώσουν τόν Παῦλον.
       Καί μάλιστα λέγει ὅτι ὄχι μόνον ὁ Παῦλος τούς χρωστᾶ τή ζωή του καί τούς εὐχαριστεῖ, ἀλλά καί ὅλες οἱ Ἐκκλησίες τῶν Ἐθνῶν πρέπει νά τούς εὐχαριστοῦν.
       Παρατηροῦμε τήν θαυμαστή Πρίσκιλλα νά εἶναι ἕνας δυναμικός τύπος Χριστιανῆς πού μᾶς καταπλήσσει.
       Ἄν ὑπάρχουν ἀνάμεσά μας Γυναῖκες ἀνδρεῖες καί δυναμικές, ἰδού ἡ Πρίσκιλλα, στέκεται παράδειγμα πρός μίμησι.
       
Ι΄
       Καί προχωρεῖ ὁ Παῦλος στήν καταγραφή γυναικείων ὀνομάτων πού ταυτόχρονα σημειώνει καί τήν θαυμαστή δραστηριότητά των.
       Γράφει:
       «Ἀσπάσασθε Μαριάμ, ἥτις πολλά ἐκοπίασεν εἰς ἡμᾶς» (16, 6).
       Θά ζηλεύαμε αὐτήν τήν Μαριάμ πού πολλά ἐκοπίασε γιά τούς Ἀποστόλους;
       «Ἄλλη πάλιν γυνή ὑπό τῶν οἰκείων πόνων στεφανουμένη», σημειώνει ὁ Θεοδώρητος.
       Καί ὁ Οἰκουμένιος προσθέτει: «Οὐ μόνον εἰς ἑαυτήν ἐκοπίασεν, ἵνα σωθῇ, ἀλλά καί εἰς ἡμᾶς, ἀποστόλου τάξιν πληροῦσα καί εὐαγγελιστοῦ».
       Κατόπιν ἀναφέρεται σέ ἕνα ἄλλο ζεῦγος.
       Τόν Ἀνδρόνικον καί τήν Ἰουνίαν.
       Γράφει γι᾿ αὐτούς τό ἐγκώμιον:
       «Ἀσπάσασθε Ἀνδρόνικον καί Ἰουνίαν τούς συγγενεῖς μου καί συναιχμαλώτους μου, οἵτινες εἰσιν ἐπίσημοι ἐν τοῖς Ἀποστόλοις, οἵ πρό ἐμοῦ γεγόνασιν ἐν χριστῷ».
       Ὁ ἱ. Χρυσόστομος γράφει γιά τήν Ἰουνίαν:
       «Βαβαί πόση τῆς γυναικός ταύτης ἡ φιλοσοφία!».
       Καί συνεχίζει ὁ Παῦλος: «Ἀσπάσασθε Τρύφαιναν καί Τρυφῶσαν, τάς κοπιώσας ἐν Κυρίῳ».
       Ἴσως ἦταν ἀδελφές αὐτές οἱ δύο, γιατί συνήθιζαν νά παίρνουν παρόμοια ὀνόματα τά μέλη μιᾶς οἰκογενείας.
       Τό ἴδιο γίνεται καί σέ μᾶς, μεταξύ ὀνόματος καί ἐπιθέτου, ὅπως Ζησόπουλος Ζήσης, Ἐλευθερίου Ἐλευθέριος κ.λ.π.
       Ἀδελφές, λοιπόν!


       Θαυμάσιον.
       Τά παιδιά μιᾶς οἰκογενείας, καί μάλιστα κοπέλες, προσφέρονται στή διακονία τοῦ Κυρίου.
       Κατόπιν ἀναφέρεται ὁ Παῦλος στήν ἀγαπητή Περσίδα.
       «Ἀσπάσασθε Περσίδα τήν ἀγαπητήν, ἥτις πολλά ἐκοπίασεν ἐν Κυρίῳ».
       Ἴσως, ἡ Γυναῖκα αὐτή ἦταν ἀπελεύθερη δούλη, καταγομένη ἐκ Περσίας.
       Ἦταν συνήθεια οἱ δοῦλοι καί οἱ δοῦλες νά παίρνουν ὀνόματα ἀπό τόν τόπο καταγωγῆς των.
       Φαίνεται ἀκόμη, ὅτι ἦταν ἡλικιωμένη, γιατί «πολλά ἐκοπίασε» στό παρελθόν.
       Καί πάλι ἕνα ζεῦγος συζύγων, ὅπως καί ἕνας ἄνδρας μέ τήν ἀδελφή του.
       «Ἀσπάσασθε Φιλόλογον καί Ἰουλίαν, Νηρέα καί τήν ἀδελφήν αὐτοῦ...».
       Πάλι δύο Γυναῖκες δίδουν τό παρόν εἰς τό ἔργον τοῦ Κυρίου.
       Οἱ Γυναῖκες παντοῦ, γιατί τό ἔργον τοῦ Χριστοῦ στή γῆ ξανάδωσε τήν πρέπουσα θέσι στή γυναῖκα πού μέ τήν πτῶσι της εἶχε χάσει.
       Καί τέλος,
       «'Ασπάσασθε Ροῦφον τόν ἐκλεκτόν ἐν Κυρίῳ καί τήν μητέρα αὐτοῦ καί ἐμοῦ».
       Τί, ἀλήθεια, θαυμάσιον!
       Δέν γνωρίζομε κατά πόσον ὁ Παῦλος μποροῦσε νά ἀποκαλῆ τήν μητέρα τοῦ Ρούφου καί δική του μητέρα.
       Πάντως, ἄν ὁ Ροῦφος εἶναι ὁ ἄλλος ἀδελφός ἀπό τά παιδιά τοῦ Σίμωνος τοῦ Κυρηναίου, τότε αὐτή ἡ μακαριστή μητέρα εἶχε δώσει τά δυό της παιδιά στή διακονία τοῦ Κυρίου.
       
ΙΑ΄
       Ὁ Ἀπ. Παῦλος, καί στίς ἄλλες του ἐπιστολές ἀναφέρει γυναικεῖα πρόσωπα.
       Εἶναι ἀνάγλυφη ἡ εἰκόνα ἀπό τήν καινή Διαθήκη ποιά στάθηκε ἡ Γυναῖκα ὅταν ἡ Χάρις τοῦ Χριστοῦ τήν ἐπεσκέφθη.
       Ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναῖκα βιολογικά διαφέρουν κατ᾿ ἀνάγκην.
       Ἰσότητα ἐκεῖ δέν ὑπάρχει.
       Ὅταν ὁ Ἀπ. Παῦλος γράφει «οὐκ ἔνι ἄρσεν καί θῆλυ
· πάντες γάρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ... ὅσοιγάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε» (Γαλ. 3, 28), θέλει νά τονίση τήν ἰσότητα τῶν προσώπων.
       Ὁ στρατηγός μέ τόν στρατιώτη δέν εἶναι ἴσοι στό ἀξίωμα καί στό ἔργον, ἀλλά σάν πρόσωπα εἶναι ἴσοι.
       Πάντως, μέσα στήν Ἐκκλησία, διά μέσου τῶν αἰώνων, ἡ Γυναῖκα παίρνει μιά ξεχωριστή πλέον θέσι.
       Μόλις ἡ Λυδία ἔγινε Χριστιανή, προσφέρει τό σπίτι της στούς Φιλίππους νά γίνη «κατ᾿ οἶκον ἐκκλησία».
       Πίσω ἀπό μεγάλους Ἁγίους βρίσκονται θαυμάσιες Μητέρες.
       Ὅταν μαθήτευσε ὁ ἱ. Χρυσόστομος στή Σχολή τοῦ εἰδωλολάτρου Λιβανίου ἔδειξε τέτοιο πνευματικό ἀνάστημα, ὥστε νά ἀναφωνήση ὁ Λιβάνιος: «Πώ,Πώ! Τί γυναῖκες ὑπάρχουν στόν Χριστιανισμό!».
       Ἡ Ὀλυμπιάδα ἦταν ξακουστή διακόνισσα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί δεξί χέρι τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου.
       Ἡ Ἁγία Φιλοθέη ἡ Ἀθηναία, στήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, ἦταν μιά ὄασι, ὄχι μόνον στήν καταπατουμένη πόλι τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλά καί στίς κόρες τῶν Ἀθηνῶν πού ἐπιθυμοῦσαν νά ζήσουν ζωή πίστεως καί σωφροσύνης.
       Μᾶς ἐντυπωσιάζουν τά κριτήρια πού ὁ Ἀπ. Παῦλος διαθέτει προκειμένου νά ἀποδεχθῆ ἡ Ἐκκλησία μιά χήρα Γυναῖκα.
       Γράφει: «Χήρα...ἐν ἔργοις καλοῖς μαρτυρουμένη, εἰ ἐτεκνοτρόφησεν, εἰ ἐξενοδόχησεν, εἰ ἁγίων πόδας ἔνιψεν, εἰ θλιβομένοις ἐπήρκεσεν, εἰ παντί ἔργῳ ἀγαθῷ ἐπηκολούθησε»(Α΄Τιμ. 5, 10).
       Τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ Ἐκκλησία.
       Καί αὐτοί πού διακονοῦν τήν Ἐκκλησία, διακονοῦν τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ.
       Οἱ Μυροφόρες Γυναῖκες διακόνησαν τό νεκρό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ πλευρά τῆς Λατρείας τοῦ Χριστοῦ.
       Εἶναι ὅμως καί ἡ ἄλλη πλευρά τοῦ ζῶντος Σώματος τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό θέλει νά τονίση ὁ Ἀπ. Παῦλος στά πιό πάνω κριτήριά του γιά τή σωστή χήρα Γυναῖκα. Θέλετε νά κάνωμε μιά μικρή ἀνάλυσι γιά νά δοθῆ ἕνας δείκτης τό τί μπορεῖ νά κάνη μιά Χριστιανή Γυναῖκα;
       
«Εἰ ἐτεκνοτρόφησεν».
       Ὅπως τόν πατέρα, λέγει ὁ ἱ. Χρυσόστομος, δέν τόν καθιστᾶ τό σπείρειν ἀλλά τό παιδαγωγεῖν, ἔτσι καί τήν μητέρα, δέν τήν κάνει μητέρα τό τίκτειν ἤ τό πολυτεκνεῖν, ἀλλά ἡ καλή παιδαγωγία πού θά δώση στά παιδιά της.
       Ἔτσι, λέγει πάλι ὁ ἱ. Χρυσόστομος, «τό παιδοτροφεῖν οὐ τοῦτο ἐστιν ἁπλῶς τό τρέφειν μόνον τούς παῖδας, ἀλλά καί τό τρέφειν ὡς δεῖ».
       Τό πρῶτο καλό ἔργο τῆς ἐγγάμου Γυναικός, εἶναι ἡ καλή, ἡ ἐν Κυρίῳ ἀνατροφή τῶν παιδιῶν της.
       Ἡ πρός Διόγνητον Ἐπιστολή ἀντιδιαστέλλει τήν γυναῖκα τοῦ κόσμου ἀπό τήν Γυναῖκα τοῦ Χριστοῦ.
       Λέγει, ὅτι καί οἱ Χριστιανοί γεννοῦν ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἀλλά τά παιδιά πού γεννοῦν δέν τά πετοῦν στούς βιολογικούς βόθρους...
       Κατόπιν, εἶναι τά ἀγαθά ἔργα τῆς Γυναικός καί ἔξω ἀπό τήν οἰκογένειά της.
       «
Εἰ ἐξενοδόχησεν».
       Ἄν στό σπίτι της ἔδειξε χαρούμενη φιλοξενία.
       Τόν παλιό καιρό δέν ὑπῆρχαν ξενοδοχεῖα, καί οἱ ὁδοιπόροι διανυκτέρευαν στό ὕπαιθρον.
       Συνεπῶς, ἡ φιλοξενία ἦταν σπουδαία ἀρετή.
       Ἀναφέρει ὁ Ἀπ. Παῦλος:
       «Ἡ φιλαδελφία μενέτω, τῆς φιλοξενίας μή ἐπιλανθάνεσθε
· διά ταύτης γάρ ἔλαθον τινες ξενίσαντες ἀγγέλους».
       Καί ὑπαινίσσεται τόν Ἀβραάμ καί τόν Λώτ.
       «Εἰ ἁγίων πόδας ἔνιψεν».
       Κατά κυριολεξία, αὐτό πού ἔκανε ὁ Χριστός στούς Μαθητάς του.
       Ἀλλά τότε ἦταν συνήθεια νά πλένουν οἱ νοικοκυρές τά πόδια τῶν εἰσερχομένων γιά φιλοξενία, πού ἦσαν κατάκοποι καί κατασκονισμένοι.
       Μεταφορικῶς ὅμως, εἶναι οἱ ταπεινές διακονίες στούς ἀδελφούς.
       Χριστιανές Γυναῖκες ἐπισκέπτονται ἐγκαταλελειμμένους ἡλικιωμένους ἀνθρώπους, τούς πλένουν τά ροῦχα, συγυρίζουν τό σπίτι τους, τούς μαγειρεύουν καί ἄλλα πολλά τούς προσφέρουν.
       
«Εἰ θλιβομένοις ἐπήρκεσεν».
       Ἄν δηλαδή ἡ Χριστιανή γυναῖκα στάθηκε ἱκανοποιητική στήν προσφορά ὑπέρ τῶν πτωχῶν καί τῶν εὑρισκομένων σέ ποικίλης μορφῆς καταπίεσι.
       Ἄν συνηθίζη νά πηγαίνη στά σπίτια τοῦ πένθους.
       Νά παρηγορῆ σωστά.
       Χωρίς νά πληγώνη.
       Ἄν ἀκόμη ἐπισκέπτεται τά Νοσοκομεῖα καί τούς ἀσθενεῖς.
       Ἄν προσφέρη μιά χαρούμενη καί γελαστή «καλημέρα». Ἄν ὁδηγῆ τόν ἀσθενῆ στό Μυστήριον τῆς Ἐξομολογήσεως, πάντα μέ διάκρισι.
       Ἄν ἐξυπηρετῆ κάποιες ὑλικές ἀνάγκες ἐκείνων τῶν ἀσθενῶν πού δέν ἔχουν κοντά τους κάποιον δικό τους.
       
Εἰ παντί ἔργῳ ἀγαθῷ ἐπηκολούθησε».
       Ἄν ἡ Γυναῖκα συνέτρεξε σέ κάθε καλό ἔργο.
       Καί τά καλά ἔργα ὑποδεικνύονται ἀπό τήν συνεχῆ μελέτη τοῦ Εὐαγγελίου, τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τῆς Ἁγίας Γραφῆς.
       Ἐκεῖ θά μαθητεύση ἡ καλή Χριστιανή γιά νά μάθη τί πρέπει νά κάνη.
       Στήν πρός Τίτον Ἐπιστολή του ὁ Ἀπ. Παῦλος γράφει:
       «Μανθανέτωσαν καί οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔργων προΐστασθαι εἰς τάς ἀναγκαίας χρείας, ἵνα μή ὦσιν ἄκαρποι» (Τίτ. 3, 14).
       Σεβασμιώτατε,
       Ἀγαπητοί Θεολόγοι-Καθηγηταί,
       Μέλη τῆς Πανελληνίου
       Ἑνώσεως Θεολόγων,
       Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί!
       Εὐχαριστῶ θερμῶς γιά τήν τιμή πού μοῦ ἐκάνατε νά μέ ἀκούσετε στήν ἀποψινή μας ἑορταστική βραδυά.
       Δέν γνωρίζω κατά πόσον ἐδείχθη ἡ σπουδαιοτάτη διαμόρφωσις τῆς Γυναικός μέσα στό χῶρο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, μέσα στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας πού τήν συνιστᾶ ὁ λαός τοῦ Θεοῦ.
       Ἐκεῖνο πού πολύ θά βοηθήση τήν Γυναῖκα τῆς ἐποχῆς μας, εἶναι νά μάθη τό θεολογικό ὑπόβαθρο πού προσφέρεται γιά τήν πνευματική της ἀνάπτυξι.
       Πρέπει νά μελετᾶ συνεχῶς τήν Ἁγία Γραφή.
       Νά βρίσκεται στό δικό της τό κλῖμα.
       Νά ἀναπνέει τόν δικό της ἀέρα.
       Νά μάθη, τί ὥρισε ὁ Θεός γι᾿ αὐτήν. Καί ὅ,τι ὁ Θεός ὁρίζει, σίγουρα εἶναι ἄμεσο δικό της συμφέρον.
       Νά μή ἐπηρεάζεται ἀπό τήν ἀποπνικτική ἀτμόσφαιρα τῆς ἀρνήσεως.
       Ἡ ἐποχή μας προσφέρει πολλές εὐκαιρίες ἀποστασίας ἀπό τό Θεό.
       Εἶναι ἐποχή βαθέος δαιμονισμοῦ!
       Νά μή ξεχνᾶ τήν διπλῆ εἰκόνα τῆς Ἀποκαλύψεως πού ἀναφέρεται στή Γυναῖκα.
       Ἡ μιά, διώκεται ἀπό τόν Σατανᾶ, ἀλλά φορεῖ τόν ἥλιο, πατᾶ στή σελήνη καί στεφανώνεται μέ τά ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ.
       Εἶναι ἡ Γυναῖκα πού θέλει νά ζῆ τόν Χριστό.
       Ἡ ἐποχή τήν ἀρνεῖται, ἀλλ᾿ αὐτό δέν πρέπει νά τήν ἐνοχλῆ. Ἐν τούτοις, ἄς ἔχη μιά κρυφή χαρά. Ὁ κόσμος, εἴτε τό θέλει εἴτε δέν τό θέλει, τήν ἀναγνωρίζει.
       Δέν τό ὁμολογεῖ, ἀλλά στό βάθος τήν ἀποδέχεται.
       Ἀρκεῖ νά εἶναι σωστή χριστιανή!
       Ἡ συναίσθησις ὅτι ἡ ζωή της εἶναι δοσμένη στό Χριστό, ἔστω κι᾿ ἄν φέρη τήν σφραγῖδα τοῦ μαρτυρίου, αὐτό τήν γεμίζει μέ τήν χαρά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
       Εἶναι καί ἡ ἄλλη εἰκόνα.
       Αὐτή πού δείχνει τήν γυναῖκα νά ἱππεύη στή ράχη τοῦ Θηρίου, πού εἶναι ὁ σατανᾶς.
       Τήν πηγαίνει ὅπου θέλει ἐκεῖνος.
       Εἶναι πλουσία καί καταστόλιστη.
       Ἀλλά τό χρυσό ποτήρι πού κρατᾶ, εἶναι γεμᾶτο μέ τά βδελύγματα τῆς πορνείας της.
       Αὐτή εἶναι ἡ σύγχρονη Γυναῖκα πού ἀφήνει τόν ἑαυτό της νά ἄγεται καί νά φέρεται ἀπό τόν Σατανᾶ, στήν ἀγκαλιά τοῦ ὁποίου κεῖται ὁ κόσμος, κατά τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη.
       Ὁ Φεμινισμός, αὐτή ἡ Κίνησι πού ξεστράτισε τήν Γυναῖκα ἀπό τό σωστό δρόμο καί τό θέλημα τοῦ θεοῦ, εἶναι τό ὄχημα τοῦ Διαβόλου πού ὁδηγεῖται κατά κρημνοῦ.
       Ὁ Φεμινισμός ἀνδροποίησε τή Γυναῖκα.
       Τῆς ἀφήρεσε ὅλη τή χάρι πού ἔδωσε ὁ Θεός στή Γυναῖκα, αἰώνιο ὑπόδειγμα πού εἶναι γι᾿ αυτήν, ἡ Κυρία Θεοτόκος, ἡ ἀναγεννημένη Εὔα.
       Ὁ Φεμινισμός ἔκανε τήν Γυναῖκα ἀναιδῆ.
       Δέν ντρέπεται τίποτα.
       Δέν σέβεται τίποτα.
       Ἔγινε τό ἐργαλεῖο τοῦ Διαβόλου γιά νά ἀπολέση τόν ἄνδρα.
       Καί ὁ ἄνδρας, ἔχει μεγίστη εὐθύνη ἀπέναντι στό Θεό γιά τό κατάντημα αὐτό τῆς συγχρόνου Γυναικός.
       Ἄς εἶναι εὐτυχεῖς οἱ Γυναῖκες ἐκεῖνες πού ἄφησαν τόν ἑαυτό τους νά ἀνπτυχθῆ στό χῶρο τῆς Ἁγίας Γραφῆς.
       Καί προσετέθησαν στό λαό τοῦ Θεοῦ.
       Μαζῆ μέ τά μεγάλα ἀναστήματα τῶν Ἁγίων Γυναικῶν τῆς ἱστορίας.
       Μή λησμονοῦμε ὅτι τό τιμόνι τῆς ἱστορίας τό κρατᾶ ἡ Γυναῖκα.
       Πίσω ἀπό κάθε μεγάλον ἄνδρα, στέκεται ἡ μεγάλη Μητέρα.
       Καί πίσω ἀπό ἕναν κακοποιό, στέκεται πάλι ἡ ξεστρατημένη μητέρα. Οἱ ἐξαιρέσεις εἶναι ἐλάχιστες.
       Λέγει ὁ ἱ. Χρυσόστομος: «Οὐδέν ἰσχυρότερον Γυναικός εὐλαβοῦς καί συνετῆς, πρός τό ρυθμίζειν (κατευθύνειν, διοικεῖν) ἄνδρα, καί διαπλάττειν (διαμορφώνειν) αὐτοῦ τήν ψυχήν ἐν οἷς ἄν θέλῃ».
       Καί αὐτό εἶναι μία ἐμπειρική ἀλήθεια.
       Ὁ Θεός ἔκανε τόν ἄνδρα καί τήν γυναῖκα νά εὑρίσκωνται σέ μιά ἁρμονική συμβίωσι.
       Νά εἶναι οἱ ἄνθρωποι τοῦ Χριστοῦ.
       Κατ᾿ ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ.
       «Οὔτε ἀνήρ χωρίς γυναικός, οὔτε γυνή χωρίς ἀνδρός ἐν Κυρίῳ» (Ἅγ. Πρόκλος).
       Τά πρόσωπά τους εἶναι ἰσότιμα ἀπέναντι στό Χριστό.
       Καί ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἑτοιμάσθηκε καί γιά τόν Ἄνδρα καί γιά τήν Γυναῖκα.
       Ἐκεῖ, δέν θά ὑπάρχη καμμιά διάκρισις τῶν φύλων, γιατί δέν θά ὑπάρχη ὁ Γάμος, τό σημάδι αὐτό τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου.
       Ἄν ὁ Ἀδάμ ἐπλάσθη πρῶτος, ὅμως ἡ Κυρία θεοτόκος, ὡς Γυναῖκα, εἰσῆλθε πρώτη στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
       Αὐτό, τά λέγει ὅλα!
       Εὐχαριστῶ θερμά.
       

Βιβλιογραφία
       1. Θρησκ. Καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαιδεία, Τόμ 4ος εἰς
«ΓΥΝΗ», σ.848.
       2. Π. ΕΥΔΟΚΙΜΩΦ, «Ἡ Γυναῖκα καί ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου», σ. 208-239.
       3. Φ. Κουκουλέ, «Βυζαντινῶν Βίος καί Πολιτισμός», Τόμ. Β΄1, σ. 64.
       4. π. Ἀθαν. Μυτιληναίου, Σημειώσεις σέ Θέματα Κατηχ. Σχολείου, «Χριστ. Ἀνθρωπολογία».
       5. π. Ἀθαν. Μυτιληναίου, «Φάκελλος Ὁμιλιῶν εἰς τήν Κυριακήν τῶν Μυροφόρων».
       6. Πατερικόν Λεξικόν ἐν «ΓΥΝΗ».

Λόγος Θεοῦ

 

 

π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος