Ἀρνίον Ἑστηκὸς ὡς Ἐσφαγμένον

arnion.gr

2α ὁμιλία ἑρμηνείας Ἀποκαλύψεως

  Σύν Ἁγίῳ Τριαδικῷ Θεῷ
Ἡ Ἀ π ο κ ά λ υ ψ ι ς
τοῦ Ἀποστόλου καί Εὐαγγελιστοῦ
Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου

 

Ὁμιλία 2α

(Ἀποκ. 1, 1)

 

(Ἀνάλυσις τῶν: «Ἀποκάλυψις», «δεῖ», «ἐν τάχει». – Προοίμιον.)

Ἀποκάλυψις Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἣν ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θεός, δεῖξαι τοῖς

δούλοις αὐτοῦ ἃ δεῖ γενέσθαι ἐν τάχει, καὶ ἐσήμανεν ἀποστείλας διὰ τοῦ ἀγγέλου αὐτοῦ τῷ δούλῳ αὐτοῦ Ἰωάννῃ,

»ὃς ἐμαρτύρησε τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν μαρτυρίαν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅσα εἶδε.

»μακάριος ὁ ἀναγινώσκων καὶ οἱ ἀκούοντες τοὺς λόγους τῆς προφητείας καὶ τηροῦντες τὰ ἐν αὐτῇ γεγραμμένα· ὁ γὰρ καιρὸς ἐγγύς.»

Θαυμασία, ἀγαπητοί μου, εἰσαγωγική ἐπιγραφή τοῦ ὅλου αὐτοῦ βιβλίου, ὡς συμπύκνωσις πολλῶν ἀπαραιτήτων στοιχείων.

Καί πρῶτα-πρῶτα: Ἡ εἰσαγωγική αὐτή ἐπιγραφή τοῦ βιβλίου τῆς Ἀποκαλύψεως διακρίνεται διά τόν ἐπίσημον τόνο της, τόν ἐπίσημο χαρακτῆρα της, καί ὑπενθυμίζει τήν ἐπιγραφή προφητικῶν βιβλίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης· ἔχει μιά μεγαλοπρέπεια. Παραβάλατε τήν ἐπιγραφικήν εἰσαγωγήν τοῦ βιβλίου τοῦ Ἡσαΐου, πού λέγει:

«Ὅρασις, ἣν εἶδε Ἡσαΐας υἱὸς Ἀμώς, ἣν εἶδε κατὰ τῆς Ἰουδαίας καὶ κατὰ Ἱερουσαλὴμ ἐν βασιλείᾳ Ὀζίου καὶ Ἰωάθαμ καὶ Ἄχαζ καὶ Ἐζεκίου, οἳ ἐβασίλευσαν τῆς Ἰουδαίας.».

Δεύτερον: Γίνεται γνωστός ὁ χαρακτήρ τοῦ βιβλίου, μέ τόν χαρακτηρισμόν «Ἀποκάλυψις». Δηλαδή πρόκειται –μᾶς τό εἰδοποιεῖ ὁ ἱερός συγγραφεύς– περί προφητικοῦ βιβλίου.

Τρίτον: Δηλοῦται τό κῦρος καί ἡ αὐθεντία τοῦ βιβλίου, διότι πηγή τῆς Ἀποκαλύψεως εἶναι αὐτός ὁ Θεός καί ὁ Ἰησοῦς Χριστός, εἴτε προσωπικῶς ὁμιλεῖ εἴτε δι’ Ἀγγέλου.

Τέταρτον: Σημειοῦται ὁ σκοπός τῆς καταγραφῆς τῆς Ἀποκαλύψεως, ὅταν λέγη «δεῖξαι τοῖς δούλοις αὐτοῦ ἃ δεῖ γενέσθαι ἐν τάχει». Ὥστε λοιπόν νά πού διαγράφεται καί ὁ σκοπός τοῦ βιβλίου. Ποιός ὁ σκοπός πού ἐγράφη τό βιβλίον τῆς Ἀποκαλύψεως; Γιά νά δειχθοῦν εἰς τούς δούλους τοῦ Θεοῦ ἐκεῖνα τά ὁποῖα πρόκειται νά γίνουν γρήγορα.

Πέμπτον: Γνωστοποιεῖται ὁ συγγραφεύς. Ποιός εἶναι; «Τῷ δούλῳ αὐτοῦ Ἰωάννῃ.» Εἶναι ὁ Ἰωάννης, ὁ Εὐαγγελιστής· ὁ ἐπιστήθιος Μαθητής τοῦ Χριστοῦ· ὁ συγγραφεύς τοῦ ὁμωνύμου εὐαγγελίου καί τῶν τριῶν καθολικῶν ἐπιστολῶν.

Ἕκτον: Ἐκτίθεται τό περιεχόμενον τοῦ βιβλίου: «τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν μαρτυρίαν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅσα εἶδε». Ὥστε αὐτά μᾶς καταγράφει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης: «τόν λόγον τοῦ Θεοῦ». Ὥστε λοιπόν τό βιβλίον τῆς Ἀποκαλύψεως ἔχει «τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ», ἔχει «τὴν μαρτυρίαν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅσα εἶδε»· ὁ ἱερός συγγραφεύς δέν θά προσθέση, δέν θά ἀφαιρέση.

Τελειώνοντας τό βιβλίο θά σημειώση ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης: «Ὅποιος προσθέση ἤ ἀφαιρέση κάτι ἀπό τό βιβλίον αὐτό, νά τοῦ ἀφαιρεθῆ ἡ μερίδα του ἀπό τό δένδρον τῆς ζωῆς.». Δηλαδή νά μή μπῆ στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ὅποιος παραποιήση, ἀφαιρέση, προσθέση καί κακοποιήση τό βιβλίο. Συνεπῶς θά εἶχε πρώτην ἐφαρμογή στό πρόσωπο τοῦ Ἰωάννου, ἐάν τό ἔκανε ὁ ἴδιος. Ἀλλά τί γράφει; «Ὅσα εἶδε», ὅσα ἄκουσε· τίποτα παραπάνω, τίποτα παρακάτω.

Κεντρική ἰδέα δέ τοῦ βιβλίου εἶναι: ἡ δευτέρα τοῦ Χριστοῦ Παρουσία. Κεντρική ἰδέα. Ὁ πόλεμος, ὅπως σᾶς ἔλεγα τήν περασμένη φορά στήν εἰσαγωγή, ὁ πόλεμος τῶν ἀντιθέων δυνάμεων κατά τῆς Ἐκκλησίας, ἡ κατανίκησις αὐτῶν ὑπό τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἔνδοξος Βασιλεία Αὐτοῦ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ἕβδομον: Ἀναδεικνύεται ὁ προορισμός τοῦ βιβλίου, μέ τόν μακαρισμόν ἐκείνων πού ἀναγινώσκουν, ἐκείνων πού ἀκροῶνται καί ἐκείνων πού τηροῦν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. «Μακάριος, λέγει εἰς αὐτήν τήν εἰσαγωγικήν ἐπιγραφήν, Μακάριος ὁ ἀναγινώσκων καὶ οἱ ἀκούοντες τοὺς λόγους τῆς προφητείας καὶ τηροῦντες τὰ ἐν αὐτῇ γεγραμμένα.».

Καί, τέλος, ὄγδοον: Καθορίζεται ὅτι ὁ χρόνος πληρώσεως τοῦ περιεχομένου τοῦ βιβλίου εἶναι βραχύς· «ὁ γὰρ καιρὸς ἐγγύς»· γιατί, λέγει, ὁ καιρός εἶναι κοντά.

Αὐτά βλέπομε, ἀγαπητοί μου, στήν εἰσαγωγικήν αὐτή ἐπιγραφή τοῦ βιβλίου. Παίρνομε δηλαδή ὅλες αὐτές τίς πληροφορίες γιά τό βιβλίον τῆς Ἀποκαλύψεως.

* * *

Καί τώρα, σύν Θεῷ Ἁγίῳ, εἰσερχόμεθα εἰς τήν ἀνάλυσι, λέξι-λέξι, φράσι-φράσι, τοῦ ἱεροῦ κειμένου. Ἔχει τόση ὀμορφιά τό ἱερό κείμενο... Κι ἄν ἀκόμη μᾶς ἔλεγαν ὅτι πρέπει νά τρέξουμε, ...πῶς νά τρέξης, ὅταν τό ἴδιο τό κείμενο σέ καθηλώνη νά τό προσέξης;...

«Ἀποκάλυψις Ἰησοῦ Χριστοῦ.»

«Ἀποκάλυψις»! Ἄς μείνωμε εἰς τήν λέξιν αὐτή. Μέ τόν ὅρον αὐτόν ἀρχίζει αὐτό τό θαυμάσιον βιβλίον τῆς Καινῆς Διαθήκης.

Ἀλλά τί σημαίνει «Ἀποκάλυψις»;

Κατ’ ἀρχάς σημαίνει ὅτι τό προκείμενον βιβλίον εἶναι προφητικόν· καί μάλιστα εἶναι τό μοναδικόν προφητικόν βιβλίον τῆς Καινῆς Διαθήκης, χωρίς αὐτό νά σημαίνη ὅτι καί τά λοιπά βιβλία της δέν ἔχουν προφητικά στοιχεῖα. Βεβαίως τά βιβλία αὐτά, εἴτε ἔχουν ἱστορικόν χαρακτῆρα –ὅπως εἶναι τά εὐαγγέλια καί οἱ Πράξεις– εἴτε ἔχουν ἐπιστολιμαῖον χαρακτῆρα –ὅπως εἶναι οἱ ἐπιστολές Παύλου, Πέτρου, Ἰωάννου, Ἰακώβου καί λοιπά–, εἶναι γεμᾶτα ἀπό στοιχεῖα προφητικά. Ὅμως αὐτά δέν εἶναι κατ’ ἐξοχήν προφητικά βιβλία· εἶναι ἁπλῶς ἱστορικά, εἶναι νουθετικά καί λοιπά. Τό βιβλίον τῆς Ἀποκαλύψεως εἶναι κατ’ ἐξοχήν προφητικόν, τό καί μοναδικόν τῆς Καινῆς Διαθήκης· ἄλλο τώρα ὅτι περιέχει καί νουθετικά στοιχεῖα κατά πλησμονήν.

Ἀκόμη ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Καισαρείας –ὅπως σᾶς εἶπα, θά χρησιμοποιοῦμε τούς Ἀνδρέαν καί Ἀρέθαν Καισαρείας ὅλως ἰδιαιτέρως· θά εἶναι οἱ ὁδηγοί μας– μᾶς σημειώνει τά ἑξῆς: «Ἀποκάλυψις [μέν] ἐστιν ἡ τῶν κρυπτῶν μυστηρίων δήλωσις, καταυγαζομένου τοῦ ἡγεμονικοῦ, εἴτε διὰ θείων ὀνειράτων, εἴτε καθ’ ὕπαρ, ἐκ θείας ἐλλάμψεως.». Τί λέγει ὅτι εἶναι «ἀποκάλυψις»; Ἀποκάλυψις εἶναι ἡ φανέρωσις, ἡ δήλωσις κρυπτῶν μυστηρίων, ἡ ὁποία γίνεται μέ τόν φωτισμόν τοῦ ἡγεμονικοῦ, τοῦ νοῦ δηλαδή, εἴτε μέ θεῖα ὄνειρα εἴτε μέ ὁράματα, σέ κατάστασιν ἐγρηγόρσεως.

Σ’ αὐτήν τήν κατάστασιν εὑρίσκετο καί ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ὁ ὁποῖος ἦταν ἐν ἐγρηγόρσει, ἐν αἰσθήσει· δέν κοιμόταν. Δέν εἶδε στόν ὕπνον του αὐτά, ὅπως ἐπί παραδείγματι ὁ προφήτης Δανιήλ, πού ἔβλεπε στόν ὕπνο του ὅ,τι ἔβλεπε, ἐκεῖνες τίς θαυμάσιες εἰκόνες. Ὁ Δανιήλ ἔχει ὁράματα καθ’ ὕπνον· ἐνῶ ἐδῶ ὁ Ἰωάννης εἶναι ἐν ἐγρηγόρσει, ξυπνητός. Λέει: «Ἐν ἡμέρᾳ Κυριακῇ –θά μᾶς τό πῆ λίγο πιό κάτω– ἐγενόμην εἰς τήν Πάτμον.». Μέσα σ’ ἕνα σπήλαιον εἶναι, κι ἐκεῖ δέχεται τήν Ἀποκάλυψι. «Ἄκουσα μιά φωνή· γύρισα νά ἰδῶ καί εἶδα... –ὤ, τί εἶδα...!– εἶδα κάποιον, ὅμοιον...», ὅπου παρουσιάζεται μέ μιά φοβερή περιγραφή ὁ δεδοξασμένος Ἰησοῦς. «Καί μοῦ λέγει: Ἐγώ εἶμαι ὁ περιπατῶν μεταξύ τῶν λυχνιῶν, τῶν ἑπτά Ἐκκλησιῶν. Γράψε αὐτά πού θά σοῦ πῶ.». Εἶναι λοιπόν ἐν αἰσθήσει· «καθ’ ὕπαρ», ὅπως λέγει ἐδῶ ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Καισαρείας. Ὕπαρ –γενική: ὕπαρος– εἶναι ἡ αἰσθητή ἐμφάνισις, πού ἀντιλαμβάνεται κανείς ἐν ἐγρηγόρσει ὅ,τι ἀντιλαμβάνεται.

Ἐν τούτοις, ἀγαπητοί μου, ὁ ὅρος ἀποκάλυψις ἔχει μίαν βαθυτέραν σημασίαν. Πολλές φορές χρησιμοποιοῦμε αὐτόν τόν ὅρον χωρίς νά μποροῦμε νά ἐμβαθύνωμε εἰς αὐτόν. Ἀποκάλυψις γενικά σημαίνει ὅτι ὁ Θεός ἀποκαλύπτει τόν ἑαυτόν Του εἰς τούς ἀνθρώπους. Καί ἡ ἀποκάλυψις αὐτή τοῦ Θεοῦ εἰς τούς ἀνθρώπους εἶναι εἴτε ἄμεσος εἴτε ἔμμεσος, μέ σκοπόν πάντοτε τήν γνῶσι τοῦ Θεοῦ ἐκ μέρους τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Θεός δέν εἶναι ὁ Ἄγνωστος· εἶναι ἐν ταὐτῷ ὁ Γνωστός καί Ἄγνωστος. Εἶναι ὁ Γνωστός, γιατί θέλει νά ἔχη κοινωνία μέ τά δημιουργήματά Του· ἐν ταὐτῷ ὁ Ἄγνωστος, γιατί εἶναι ὁ Ἀναφής, ὁ Ἀψηλάφητος, ὁ Ἀΐδιος, ὁ Ἄχρονος, ὁ Ὑπέρ τήν κτίσιν τήν ὁρατήν καί αἰσθητήν· διότι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι δυνατόν ποτέ νά γνωσθῆ· γι’ αὐτό εἶναι ὁ Γνωστός-Ἄγνωστος.

Ἔχομε αὐτές τίς ὀξύμωρες ἐκ πρώτης ὄψεως ἐκφράσεις, ἤ ἄν θέλετε αὐτές τίς ἀποφατικές ἐκφράσεις. Ἔτσι λέγονται στή Θεολογία αὐτές οἱ ἐκφράσεις, ἀποφατικές· δηλαδή μ’ ἐκεῖνο πού λέω δηλώνω ὅτι δέν ξέρω τί εἶναι ὁ Θεός. Ὅσο πιό πολύ Τόν γνωρίζω, τόσο λέγω ὅτι δέν γνωρίζω τόν Θεό. Αὐτό ἀκριβῶς εἶναι μία ἀποφατική θέσις ἔναντι τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ. Ὅμως ὁ Θεός ἀγαπᾶ νά ἀποκαλύπτεται· δέν μένει ποτέ εἰς τόν ἑαυτόν Του· καί ἀποκαλύπτεται εἴτε ἄμεσα, ὅπως σᾶς εἶπα, εἴτε ἔμμεσα.

Ἀκόμα ἡ ἀποκάλυψις τοῦ Θεοῦ διακρίνεται εἰς τήν φυσικήν θείαν ἀποκάλυψιν καί εἰς τήν ὑπερφυσικήν θείαν ἀποκάλυψιν.

Ἡ φυσική θεία ἀποκάλυψις ἔχει τρεῖς σφαῖρες, μέσα στίς ὁποίες ὁ Θεός ἀποκαλύπτεται στήν δημιουργία Του: πρῶτα-πρῶτα εἶναι αὐτή αὕτη ἡ δημιουργία, δεύτερον εἶναι αὐτός οὗτος ὁ ἄνθρωπος, καί τρίτον εἶναι ἡ Ἱστορία, ἡ ἀνθρωπίνη. Ἀκόμη εἶναι καί ἡ ἱστορία τῆς κτίσεως, δηλαδή ἡ ἱστορία αὐτῆς ταύτης τῆς κτίσεως· ἀλλά, ὅταν λέμε Ἱστορία, ἐννοοῦμε κυρίως τά ἀνθρώπινα γεγονότα.

Διά τῆς δημιουργίας ὁ Θεός φανερώνει τόν ἑαυτόν Του, κατά τόν λόγον τοῦ ἀποστόλου Παύλου –Πρός Ρωμαίους, 1, 20: «Τὰ γὰρ ἀόρατα αὐτοῦ ἀπὸ κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται, ἥ τε ἀΐδιος αὐτοῦ δύναμις καὶ θειότης.». Ὅτι δηλαδή μέσα στή δημιουργία γνωρίζομε τίς ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ κατά καταφατικόν τρόπον. Ὄχι κατά ἀποφατικόν τρόπον, πού σᾶς εἶπα προηγουμένως, ἀλλά κατά καταφατικόν· μέσα ἀπό τά ἴδια τά δημιουργήματα. Ὅταν ἔχωμε ἕνα ἀχανές σύμπαν, πού ὄχι μόνο μέ τό τηλεσκόπιό μας δέν ἔχουμε φθάσει στίς ἐσχατιές του, ἀλλ’ οὔτε κἄν μέ τήν φαντασία μας –καί δέν μποροῦμε νά φαντασθοῦμε ἕνα σύμπαν μέ ἐσχατιές· δέν μποροῦμε νά τό συλλάβωμε αὐτό τό πρᾶγμα· ἀλλά ἐξ ἴσου δέν μποροῦμε νά συλλάβωμε καί ἕνα σύμπαν χωρίς ἐσχατιές, χωρίς τέρμα δηλαδή–, ὅταν λοιπόν ἔχωμε ἕνα σύμπαν τέτοιο, τότε ποιός πρέπει νά εἶναι ὁ Θεός!... Τότε ὁ Θεός πρέπει νά εἶναι Ἀΐδιος! Αἰώνιος! Ἄπειρος!

«Ἥ τε ἀΐδιος αὐτοῦ», δηλαδή καί ἡ αἰώνιος Αὐτοῦ, «δύναμις καὶ θειότης.»! Λέμε: ὁ Θεός εἶναι Ἄπειρος, εἶναι Δυνατός, εἶναι Σοφός. Ἀπό ποῦ τά ξέρομε αὐτά; Μέσα ἀπό τή δημιουργία. Νά λοιπόν ὁ Θεός πῶς ἀποκαλύπτεται. Γι’ αὐτό, ἀγαπητοί μου, ποτέ δέν ὑπῆρξε λαός ἄθεος μέσα στήν ἀνθρωπίνη Ἱστορία· ἐπειδή ὁ Θεός ἀποκαλύπτεται διά τῶν δημιουργημάτων Του. Κι ἄν ἔχουμε τό φαινόμενον τῆς ἀθεΐας, ὅπως τό ἔχομε καί στήν ἐποχή μας, πρόκειται περί νοσηρᾶς καταστάσεως καί χρήζει ψυχιάτρου! Κάθε ἄθεος γίνεται ἀντικείμενον ψυχιατρικῆς ἀναλύσεως! Δέν εἶναι φυσιολογική ἡ κατάστασις τοῦ ἀθέου.

Ἀλλά καί εἰς τόν ἄνθρωπον ἀποκαλύπτεται ὁ Θεός μέ τό νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ὁ νοῦς του, ὁ ἡγεμών νοῦς, ἀποκαλύπτει τόν Θεόν. Ὄχι ἁπλῶς μέ τόν νοῦ του ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἀντιληφθῆ τόν Θεό, ἀλλά αὐτή ἡ παρουσία τοῦ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἀποκαλύπτει τόν Νοῦν, τόν Αἰώνιον Νοῦν, τόν Θεόν. Γιατί; Γιά νά ἔχω ἐγώ νοῦν καί νά σκέπτωμαι –καί δέν ἔκανα φυσικά ἐγώ τόν ἑαυτόν μου· θά ἦταν μεγάλη μωρία νά πιστεύω ὅτι ἐγώ ἔκανα τόν ἑαυτόν μου– πάει νά πῆ ὅτι Ἐκεῖνος πού μέ ἔφτιαξε ἔχει νοῦν. Εἶναι δέ ὑπέροχον αὐτό πού λέγει ἕνας Ψαλμός: «Ἐκεῖνος πού ἐφύτευσε τό αὐτί εἶναι δυνατόν νά μήν ἀκούη;... Ἐκεῖνος πού ἔπλασε τό μάτι εἶναι δυνατόν νά μήν βλέπη καί νά μήν κατανοῆ;...».

Ἔτσι, μέσα ἀπό τήν κτίσιν τῶν ὄντων, προπαντός δέ τοῦ ἀνθρώπου, βλέπουμε τήν παρουσία καί ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ.

Τέλος ὁ Θεός ἀποκαλύπτεται καί στήν Ἱστορία· ὅταν εἰσέρχεται εἰς αὐτήν, μέσα στά γεγονότα, τά ὁποῖα καί κατευθύνει. Τά κατευθύνει, χωρίς ὅμως ποτέ νά ἐπηρεάζεται ἡ ἀνθρωπίνη βούλησις· τόν τελευταῖον λόγο τόν ἔχει πάντοτε ὁ Θεός. Πάντοτε.

Θά σᾶς ἀναφέρω ἕνα μικρό παράδειγμα, γιά νά τό καταλάβετε –τό παράδειγμα αὐτό δέν εἶναι δικό μου· εἶναι ἑνός ξένου. Ὑποθέσατε ἕνα καράβι, μέσα στό ὁποῖο ὑπάρχουν οἱ ἐπιβάται καί τό προσωπικό. Ἐπιβάται καί προσωπικό κινοῦνται παντοιοτρόπως καί κατά τήν βούλησι τοῦ καθενός, ὅπως θέλουν. Μπαίνει στήν καμπίνα του ἕνας ἐπιβάτης, πάει στήν πισίνα ὁ ἄλλος, στό σαλόνι πάει ὁ τρίτος, στήν τραπεζαρία ὁ τέταρτος· ὁ μηχανικός πάει κάτω εἰς τό μηχανοστάσιον, ὁ καπετάνιος εἰς τήν καμπίνα, ἐκεῖ εἰς τό τιμόνι· καθένας κινεῖται ὅπως θέλει, ὅπως πρέπει καί τά λοιπά. Δέν περιορίζεται ἡ βούλησις κανενός νά κινηθῆ ὅπως θέλει μέσα στό καράβι. Ἀλλά ὁλόκληρο τό καράβι κατευθύνεται πρός κάποιο σημεῖο.

Λοιπόν· αὐτό εἶναι καί ἡ Ἱστορία, μέσα στήν ὁποία μπαίνουν οἱ ἄνθρωποι καί ὁ Θεός. Οἱ μέν ἄνθρωποι κάνουν ὅ,τι κάνουν, χωρίς νά ἐπηρεάζεται ἡ βούλησί τους, ὁλόκληρο δέ τό καράβι τῆς Ἱστορίας καθοδηγεῖται πρός κάποιον σκοπό, κάποιο σημεῖον.

Ἔτσι λοιπόν μέ αὐτήν τήν ἔννοια ὁ Θεός ἐπεμβαίνει μέσα εἰς τήν Ἱστορίαν· ἐπεμβαίνει διά νά κατευθύνη, νά τιμωρήση, νά ἀπολέση, νά διασώση, νά ἀμείψη. Ὁλόκληρη ἐξ ἄλλου ἡ Παλαιά Διαθήκη –κάτι πού τό ἔχουμε πεῖ πολλάκις– εἶναι μία θεολογία τῆς Ἱστορίας, εἶναι μιά ἀποκάλυψι τοῦ Θεοῦ μέσα εἰς τήν ἱστορία τοῦ Ἰσραήλ.

Ἀκόμη καί αὐτή ἡ Ἐνανθρώπησις τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ εἶναι μέσα εἰς τά πλαίσια τῆς Ἱστορίας καί καλύπτει πᾶσαν τήν ἀνθρωπίνην Προϊστορίαν.

Ὅταν ὁ Θεός λέγη εἰς τήν Εὔα ὅτι κάποιος ἀπόγονός της θά ’ρθῆ γιά νά τή σώση, δείχνει ὅτι δέν τοποθετεῖται ἁπλῶς στά πλαίσια μιᾶς συγκεκριμένης ἱστορικῆς περιοχῆς, ἀλλά ἡ εἴσοδος τοῦ Θεοῦ, μέ τήν Ἐνανθρώπησί Του, καλύπτει ἅπασαν τήν Ἱστορία, ἀπό τήν Προϊστορία καί τήν μετέπειτα Ἱστορία μέχρι τήν «ἐσχάτη ἡμέρα». Εἶναι δηλαδή πράγματα ἀσύλληπτα αὐτά. Ἀσύλληπτα! Κι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος πραγματικά μπορεῖ νά τά ζῆ αἰσθάνεται ἕνα δέος μπροστά στόν Θεό, μπροστά στήν ἀγάπη Του, μπροστά στίς ἐπεμβάσεις Του.

Ἡ ἀποκάλυψις ὑπάρχει ἀκόμη καί εἰς αὐτήν τήν προσωπικήν ἱστορία τοῦ κάθε ἀνθρώπου, καί ὄχι μόνον εἰς τήν παγκόσμιον Ἱστορίαν.

Θέλετε νά σᾶς διηγηθῶ τήν ἱστορία μου; Δέν θά σᾶς διηγηθῶ παρά τό πῶς ὁ Θεός μπῆκε στή ζωή μου. Θέλετε νά μοῦ πῆτε τή δική σας ἱστορία, σεῖς πού μέ ἀκοῦτε αὐτή τή στιγμή καθισμένοι σ’ αὐτές τίς καρέκλες τοῦ ἁγίου Ἀχιλλίου καί ἀκοῦτε λόγον Θεοῦ, πῶς φθάσατε δηλαδή νά ἀκοῦτε λόγον Θεοῦ καθισμένοι τώρα ἐδῶ; Θά μοῦ πῆτε τήν ἱστορία τοῦ Θεοῦ στή ζωή σας.

Ὥστε ὁ Θεός δέν μπαίνει μόνο στήν παγκοσμίαν Ἱστορία· μπαίνει καί εἰς τήν ἀτομικήν ἱστορία τοῦ κάθε ἀνθρώπου· θέλετε; καί πιστοῦ καί ἀπίστου, καί εὐσεβοῦς καί ἀσεβοῦς, καί μικροῦ καί μεγάλου. Δέν ὑπάρχει τύχη, ἀγαπητοί μου. Δέν ὑπάρχει πουθενά ἡ τύχη· τά πάντα κατευθύνει ὁ Θεός, χωρίς οὐδέποτε ὡστόσο νά περιορίζη τήν ἀνθρωπίνη ἐλευθερία καί δραστηριότητα.

Ἡ ὑπερφυσική θεία ἀποκάλυψις ὁλοκληρώνει καί τελειοποιεῖ τήν φυσικήν θείαν ἀποκάλυψιν. Τό Σινά, οἱ Προφῆται καί προπαντός αὐτή ἡ ἰδία ἡ Ἐνανθρώπησις τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ θεία ὑπερφυσική –ὄχι ἡ φυσική τώρα– ἡ ὑπερφυσική ἀποκάλυψις.

Ἡ ὑπερφυσική θεία ἀποκάλυψις διακρίνεται σέ ἐξωτερική καί ἐσωτερική.

Ἡ ἐξωτερική εἶναι ἤδη ἀπηρτισμένη καί ἀποτελεῖ τήν φανέρωσι τοῦ Θεοῦ μέσα εἰς τήν Ἱστορία εἰς τό πρόσωπον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀπηρτίσθη· δέν περιμένομε νά μᾶς ἀποκαλυφθῆ τίποτε ἄλλο ἀπ’ ὅτι ἀπεκαλύφθη εἰς τό πρόσωπον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὅταν λέγω ὅτι δέν περιμένομε τίποτε ἄλλο νά ἀποκαλυφθῆ, δέν ἐννοῶ βέβαια ὅτι δέν περιμένομε τήν δευτέρα τοῦ Χριστοῦ Παρουσία· διότι ἐκεῖ εἶναι τό ἴδιο Πρόσωπο. Μ’ αὐτή τήν ἔννοια τό λέω· δέν θά μᾶς ἀποκαλυφθῆ δηλαδή κάτι παραπέρα. Οἱ Προφῆται ἐλάλησαν τόν λόγον τοῦ Θεοῦ, ὁ Μωϋσής εἶδε τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἡ Ἱστορία τώρα εἶδε τό πρόσωπον τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Θά τό ξαναειδῆ, ἀλλά θά εἶναι τό ἴδιο πρόσωπο· συνεπῶς κάτι περισσότερο ὡς ἀποκάλυψι δέν θά ἔχωμε ἀπ’ ὅ,τι ἔχομε. Εἶναι ἀπηρτισμένη δηλαδή ἡ ἀποκάλυψις ἡ ἐξωτερική.

Μένει ἡ ἐσωτερική ὑπερφυσική ἀποκάλυψις, ἡ ὁποία συνεχίζεται εἰς τούς πιστούς, σ’ ὅλους τούς πιστούς, διά τήν κατανόησιν καί τήν ἀποδοχήν τῆς ἐξωτερικῆς ἀποκαλύψεως. Δηλαδή μοῦ ἀποκαλύπτεται ὁ Θεός μέσα μου, γιά νά ἀποκαλέσω τόν Ἰησοῦν Κύριον.

Νά σᾶς τό πῶ πῶς τό λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰ μὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ.». Τί σημαίνει αὐτό; Σημαίνει ὅτι τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μέ φωτίζει, γιά νά ἀποκαλέσω τόν Ἰησοῦν Κύριον, δηλαδή Θεόν.

Ὁ δέ Κύριος εἶπε: «Οὐδεὶς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐὰν μὴ ὁ πατὴρ ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν.» –Ἰσχύει καί τό ἀντίστροφο· πού δείχνει τό ἰσότιμον τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἄς εἶναι.– Δέν θά μπορέσω ποτέ νά πάω κοντά στόν Χριστό, ἐάν δέν μέ ἑλκύση ὁ Πατήρ.

Πῶς θά μέ «ἑλκύση» ὁ Πατήρ;

Αὐτό εἶναι ἀόρατον, εἶναι μυστηριῶδες, μέσα μου· μέ ἑλκύει ὁ Πατήρ. Ὅπως καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μέ φωτίζει, γιά νά ὁμολογήσω τόν Ἰησοῦν Χριστόν Θεόν. Ἐκεῖνοι πού δέν ὁμολογοῦν τόν Χριστόν Θεόν, δέν ἔχουν τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ· εἶναι πιό φανερό ἀπό φανερό. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ὁμολογεῖ τόν Ἰησοῦν ὅτι εἶναι ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱός τοῦ Θεοῦ, αὐτός ἔχει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Καί ἅμα δέν ἔχωμε τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ –σαφῶς τό λέγει αὐτό ὁ ἀπόστολος Παῦλος–, δέν μποροῦμε ἀπολύτως τίποτε νά κάνωμε· δέν σωζόμεθα.

Ὥστε λοιπόν ἔχομε τήν ἐσωτερικήν αὐτήν ἀποκάλυψι, πρός ἀποδοχήν τῆς ἐξωτερικῆς, δηλαδή γιά νά ἀποδεχθῶ τόν ἐνανθρωπήσαντα Υἱόν τοῦ Θεοῦ. Μέ αὐτή τήν τελευταία μορφή, τῆς ἐσωτερικῆς δηλαδή ἀποκαλύψεως, ἀγαπητοί μου, καλούμεθα νά μελετήσωμε καί νά κατανοήσωμε τό βιβλίον τῆς Ἀποκαλύψεως.

Μή νομίσετε ὅτι θά μπορέσωμε κάτι νά καταλάβωμε, ὅταν ἐδῶ θά ἀναλύωμε τό βιβλίον τῆς Ἀποκαλύψεως, ἐάν δέν ἔχωμε τόν θεῖον φωτισμόν. Μήν τό νομίσωμε αὐτό. Καί ἡ κατανόησις δέν εἶναι οὔτε γραμματική οὔτε συντακτική οὔτε ποιητική οὔτε φιλολογική· ἡ κατανόησις εἶναι πνευματική. Γιατί ἕνας φιλόλογος πού δέν ἔχει Πνεῦμα Θεοῦ κατανοεῖ ἁπλῶς τήν φιλολογική πλευρά τοῦ βιβλίου, τή γραμματική, τή συντακτική καί ἄλλα πολλά. Αὐτά ὅλα ὅμως δέν εἶναι παρά ἐξωτερικά στοιχεῖα. Ἐκεῖνο πού χρειαζόμεθα εἶναι νά καταλάβωμε ὅτι τό βιβλίον αὐτό εἶναι ὁ ζωντανός λόγος τοῦ Θεοῦ, πού θά μιλήση μέσα στήν καρδιά μας! Ἔχομε λοιπόν ἀνάγκη αὐτῆς τῆς ἐσωτερικῆς ἀποκαλύψεως, γιά νά καταλάβωμε τήν Ἀποκάλυψι.

Καί ὁ μέν Ἰωάννης –προσέξτε!– ἐδέχθη ἄμεσον ἐσωτερικήν ἀποκάλυψιν, κατ’ εὐθεῖαν, εἶδε τόν Χριστόν· ἐμεῖς ὅμως δεχόμαστε ἔμμεσον ἀποκάλυψιν: μέσῳ τοῦ ἀπεσταλμένου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, δηλαδή τοῦ Ἰωάννου, μέσῳ τῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καί μέσῳ τοῦ χρόνου τῶν δύο χιλιάδων ἐτῶν, πού πέρασαν μέχρι τώρα, μέσῳ ἀκόμη τοῦ ἐντύπου χάρτου, μέσα ἀπό τό βιβλίο δηλαδή πού θά διαβάσωμε· θέλετε; καί μέσῳ τῆς ἀκροάσεως τοῦ θείου λόγου.

Πρέπει λοιπόν ἐγώ τώρα νά δεχθῶ τήν ἀποκάλυψι μέσῳ διαρκῶν καί ἀλλεπαλλήλων καλυμμάτων, πού εἶναι: ὁ ἀπεσταλμένος τοῦ Ἰησοῦ –ὁ Ἰωάννης–, εἶναι ὁ χρόνος –δυό χιλιάδες χρόνια–, εἶναι ἡ Παράδοσις, εἶναι τό τυπωμένον χαρτί, εἶναι ἡ φωνή τοῦ ὁμιλητοῦ. Πρέπει τώρα ἐγώ νά παραμερίσω ὅλα αὐτά, γιά νά φθάσω νά δεχθῶ τήν ἀποκάλυψι τοῦ Θεοῦ.

Αὐτά εἶναι καλύμματα· παρεμβάλλονται ἀπαραίτητα. Ἐάν τά ἀπορρίψω, δέν θά ἔχω τίποτε. Θά τά δεχθῶ καί θά ἀρχίσω νά τά παραμερίζω. Ὅπως ὅταν μπαίνω σ’ ἕνα οἴκημα, βρίσκω μία πόρτα καί τήν ἀνοίγω· προχωρῶ, βρίσκω ἄλλη πόρτα, τήν ἀνοίγω κι αὐτή· προχωρῶ σέ ἄλλον χῶρο, βρίσκω ἄλλη μία, ἀνοίγω καί ἐκείνη, ...ἕως ὅτου φθάσω ἐκεῖ πού θά φθάσω. Δηλαδή νά φθάσω εἰς τήν τελικήν ἀποκάλυψι· ἐγώ πλέον μόνος μου νά βρῶ τόν Θεόν μές στήν καρδιά μου, πού νά μοῦ μιλήση.

Αὐτό ὅμως πῶς θά γίνη; Αὐτό θά γίνη μέ μόνη τήν πίστιν, τήν ὑποταγή εἰς τήν φωνήν τῆς Ἐκκλησίας –ὅλα αὐτά πού εἶπα: ἡ Παράδοσις, ὁ Ἰωάννης, τά δύο χιλιάδες χρόνια, τό τυπωμένο χαρτί, ἡ φωνή τοῦ ὁμιλητοῦ–, τήν ὑποταγή στήν Ἐκκλησία, καί μέ τήν ταπείνωσιν ἀκόμη. Πίστις ἐξ ἄλλου εἶναι νά συλλαμβάνης ὅ,τι φανερώνεται μέ τόν προφορικόν λόγον, μέ τήν ἱστορικήν μορφήν, διαπερνῶντας τό κάλυμμα πού ἡ ἰδία ἡ ἱστορική μορφή καί ὁ Λόγος, μέ τή Σάρκωσί Του, ἔχουν βάλει ἐπάνω τους.

Ὅλα αὐτά λοιπόν, πού ἀποτελοῦν καλύμματα, καλούμεθα νά τά ξεπεράσουμε, γιά νά μᾶς βοηθήσουν στό νά μᾶς ἀποκαλυφθῆ ὁ Θεός. Γι’ αὐτό χρειαζόμαστε μιά νέα ἀποκάλυψι, γιά νά μᾶς βοηθήση νά καταλάβωμε τήν Ἀποκάλυψι. Θά τό πῶ ἄλλη μιά φορά: μᾶς χρειάζεται μιά νέα ἀποκάλυψι, γιά νά κατανοήσουμε τήν Ἀποκάλυψι τοῦ Θεοῦ! ἀλλιώτικα θά μᾶς εἶναι βιβλίο σφραγισμένο μέ ἑπτά σφραγῖδες!

«Γιατί, θά μοῦ πῆτε, ἔτσι;»

Διότι, ἀγαπητοί μου, ἔτσι τό θέλει ὁ Θεός. Δέν ἔχει ὁ Θεός δικαίωμα νά κάνη αὐτό πού θέλει; Δέν ἔχει δικαίωμα νά προβάλλη κάτι ὅπως τό θέλει; Δέν εἶναι Κύριος; Ἔτσι τό θέλει ὁ Θεός. Τί θέλει ὁ Θεός; Θέλει νά ὑπάρχουν αὐτά τά καλύμματα. Γιατί; Γιά νά περιορίση τήν ἀνθρωπίνη ἀλαζονεία· νά μήν πῆ ὁ ἄνθρωπος «Ἐγώ μόνος μου θά τά βρῶ.»! Ὄχι· θά τά βρῆς μέσῳ τοῦ λόγου τοῦ ὁμιλητοῦ· θά τά βρῆς μέσῳ τοῦ ἐντύπου χάρτου· θά τά βρῆς μέσῳ τοῦ Ἰωάννου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ, πού τά εἶδε καί τά ἄκουσε. Αὐτό θά σέ ταπεινώση καί θά σοῦ περιορίση τήν ἀνθρωπίνη ἀλαζονεία. Ὁ ἄνθρωπος ἐξ ἄλλου μέσῳ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων σώζεται. Ὁ ἄνθρωπος σώζεται μέσα στήν Ἐκκλησία καί διά τῆς Ἐκκλησίας. Ἀτομική σωτηρία δέν ὑπάρχει· νά τό ξέρωμε αὐτό. Ἕνας πού θά ’θελε νά σωθῆ μόνος του, χωρίς τή βοήθεια τῆς Ἐκκλησίας, χωρίς τή βοήθεια τῶν ἀδελφῶν –νά τό ξέρωμε αὐτό!– δέν θά σωθῆ ποτέ.

* * *

«Ἀποκάλυψις Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἣν ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θεός.». Ἀποκάλυψις Ἰησοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς Αὐτόν, τόν Ἰησοῦν Χριστόν, ὁ Θεός. Εἶναι δηλαδή ἀποκάλυψις περί τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί γενομένη διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία δίδει εἰς Αὐτόν, δηλαδή τόν Ἰησοῦν Χριστόν, ὁ Θεός. Αὐτό θά πῆ «Ἀποκάλυψις Ἰησοῦ Χριστοῦ»· πού μιλάει γιά τόν Χριστό καί τήν δίνει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Πηγή λοιπόν τῆς Ἀποκαλύψεως, ἤ τῶν ἀποκαλύψεων, πού θά ἰδοῦμε στό βιβλίον αὐτό, εἶναι αὐτός ὁ Θεός.

Εἶναι χαρακτηριστικό, ἀγαπητοί μου, ὅτι δέν λέγει «Ἀποκάλυψις Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἣν ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θεός», γιατί ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ εἶναι ἰσότιμος μέ τόν Πατέρα· καί δέν μπορεῖ νά δίδη τό ἕνα Πρόσωπον εἰς τό ἄλλον Πρόσωπον μίαν ἀποκάλυψι, διότι κάτι τέτοιο θά σήμαινε ὅτι τά Πρόσωπα δέν εἶναι ἴσα, καί ὅτι Κάποιο ξέρει κάτι, ἐνῶ τό Ἄλλο δέν ξέρει! Ἄτοπον· ὁ Θεός εἶναι ἕνας. Ἀλλά ὅταν λέγη ὅτι ὁ Θεός δίδει εἰς τόν Ἰησοῦν Χριστόν τήν ἀποκάλυψι, ὑποδηλώνει τήν ἀνθρωπίνη φύσι τοῦ Χριστοῦ.

Μήν ξεχνᾶμε δέ ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη φύσις Του δέν εἶναι ἄπειρη. Ἕνεκα τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως, δηλαδή τῆς προσωπικῆς –αὐτό θά πῆ ὑποστατική–, ἕνεκα τῆς προσωπικῆς ἑνώσεως μέ τόν Θεόν Λόγον δύναται νά θεωρῆται ἡ ἀνθρωπίνη φύσις τοῦ Χριστοῦ πανταχοῦ παροῦσα. Ἀκούσατε; πανταχοῦ παροῦσα! ὅμως ὄχι καθ’ ἑαυτήν, ἀλλά ἕνεκα τῆς προσωπικῆς, τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως μέ τόν Θεόν Λόγον.

Ὥστε λοιπόν ὁ Θεός δίδει εἰς τόν Ἰησοῦν Χριστόν αὐτήν τήν ἀποκάλυψι, ὁ Ὁποῖος μέ τήν σειρά Του θά τήν δώση στόν Ἰωάννη, καί ὁ Ἰωάννης θά τήν παραδώση εἰς τήν Ἐκκλησίαν.

Τό πῶς ἔλαβε ὁ Ἰησοῦς Χριστός αὐτή τήν ἀποκάλυψι ἀπό τόν Θεόν –καί ὅταν λέμε Θεός, ἐννοοῦμε καί τόν Πατέρα καί τόν Υἱόν καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιον· μήν τό ξεχνοῦμε– τό βλέπομε στό 5ο κεφάλαιο, στούς στίχους 6 καί 7, ὡς ἑξῆς:

«Καὶ εἶδον ἐν μέσῳ τοῦ θρόνου καὶ τῶν τεσσάρων ζῴων καὶ ἐν μέσῳ τῶν πρεσβυτέρων ἀρνίον ἑστηκὸς ὡς ἐσφαγμένον, ἔχον κέρατα ἑπτὰ καὶ ὀφθαλμοὺς ἑπτά, ἅ εἰσι τὰ ἑπτὰ πνεύματα τοῦ Θεοῦ ἀποστελλόμενα εἰς πᾶσαν τὴν γῆν.

»καὶ ἦλθε καὶ εἴληφεν ἐκ τῆς δεξιᾶς τοῦ καθημένου ἐπὶ τοῦ θρόνου.»

«Εἶδα, λέγει ὁ Ἰωάννης, ἀνάμεσα στόν θρόνο καί τά τέσσερα Ζῶα, τά Χερουβίμ, εἶδα ἕνα Ἀρνίον ἐσφαγμένον, ἀλλ’ ἑστηκός· σφαγμένο, ἀλλά στεκόταν.»! Εἶναι ἐκεῖνο πού θά πῆ ὁ Χριστός κατ’ εὐθεῖαν, εἰς ἄμεσον ἀποκάλυψιν στόν Ἰωάννη: «Ἐγώ εἶμαι ἐκεῖνος πού ἔγινα νεκρός, καί ἰδού ζῶ. Ἰδού ζῶ!». Ἀλλά νεκρός δέν γίνεται ποτέ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἡ θεία φύσις! ἡ ἀνθρωπίνη ἔγινε νεκρά· γιατί ἐσταυρώθη ἐπί τοῦ σταυροῦ καί ἐτάφη εἰς τόν τάφον.

Ἐσφαγμένον λοιπόν τό Ἀρνίον. Ὡραία εἰκόνα αὐτή, τό ἐσφαγμένον καί ἑστηκός Ἀρνίον!... Ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία ἀγαποῦσε αὐτή τήν παράστασι –ὅπως καί τοῦ καλοῦ Ποιμένος. Ἦταν τό ἀγαπητότερο σύμβολον τῆς ἀρχαίας, τῆς ἀρχαϊκῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας. Τό ἀγαπητότερο σύμβολον! Καί τό ἀγαπητότερο σημεῖον ἐκείνων πού μελετοῦν τήν Ἀποκάλυψιν εἶναι τό ἐσφαγμένον καί ἑστηκός Ἀρνίον!... Ἀλλ’ ὅμως πρέπει κανείς νά προχωρήση πολύ γιά νά τά ἀγαπήση αὐτά.

«Καί εἶδα, καί νά! συνεχίζει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ἦλθε καί πῆρε, εἴληφεν ἐκ τῆς δεξιᾶς τοῦ καθημένου ἐπὶ τοῦ θρόνου.», ἐπῆρε κάτι, ἐπῆρε ἕνα βιβλίον ἀπό τήν δεξιάν τοῦ Καθημένου. Δέν λέγει ποιός ἐκάθητο –ὁ Θεός!–, γιά λόγους σεβασμοῦ, ὅπως θά δοῦμε στήν παρακάτω ἀνάλυσί μας. Ὥστε νά πῶς πῆρε ὁ Ἰησοῦς Χριστός τήν Ἀποκάλυψι ἀπό τόν Θεόν Πατέρα, ἤ ἀπό τόν Θεόν, γενικῶς, τόν ἐπί τοῦ θρόνου Καθήμενον.

Καί τώρα τί γίνεται μέ τό βιβλίον αὐτό;

Ὁ Ἰωάννης μετά –θά τό δοῦμε παρακάτω– ἀκούει ἕναν Ἄγγελο νά λέγη: «Ποιός θά μπορέση νά ἀνοίξη τό βιβλίον αὐτό;». Κανείς δέν εὑρέθη· καί κλαίει ὁ Ἰωάννης!... Πώ πώ! Κανείς;! «Μή κλαῖς!» τοῦ λέγει ἕνας Πρεσβύτερος· «Βρέθηκε! εἶναι τό ἐσφαγμένον Ἀρνίον· Αὐτό θά ἀνοίξη τό βιβλίον.», δηλαδή θά τό ἀποκαλύψη. Γι’ αὐτόν τόν λόγο εἶναι «Ἀποκάλυψις Ἰησοῦ Χριστοῦ»· πού σημαίνει ὅτι φανερώνει καί ἀποκαλύπτει τόν Χριστόν, καί ταυτοχρόνως ἡ ἀποκάλυψις γίνεται διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτό λοιπόν σημαίνει ἡ φράσις «Ἀποκάλυψις Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἣν ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θεός.».

«Δεῖξαι τοῖς δούλοις αὐτοῦ»· γιά νά δείξη στούς δούλους αὐτοῦ.

Τίνος «αὐτοῦ»;

Τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Τί «δεῖξαι»;

Νά δείξη ἐκεῖνα τά ὁποῖα θά ἀποτελέσουν τό περιεχόμενον τοῦ βιβλίου. Συνεπῶς ἐκφράζει τόν σκοπόν διά τόν ὁποῖον ἐδόθη ἡ Ἀποκάλυψις.

Τί δέ «θά δείξη»;

«Ἃ δεῖ γενέσθαι ἐν τάχει.», ἐκεῖνα τά ὁποῖα πρέπει νά γίνουν γρήγορα.

«Ἃ δεῖ γενέσθαι ἐν τάχει.»!

Ἀλλά γιατί «δεῖ»; γιατί πρέπει;

Ἀγαπητοί μου, αὐτό τό «δεῖ» ἔχει μιά μεγάλη θεολογική σημασία μές στήν Ἁγία Γραφή. Ἐπιτρέψατε, στόν ὑπόλοιπον χρόνον πού μᾶς μένει, νά ἰδοῦμε αὐτό τό «δεῖ» τῆς Ἁγίας Γραφῆς.

Ὅπως σᾶς εἶπα, αὐτό τό «δεῖ» συχνά τό συναντοῦμε στήν Γραφήν. Ἔτσι συγκριτικά παραβάλλω:

Στό Δανιήλ, 2, 28-29, λέγει: «Ἀλλ’ ἤ ἐστι Θεὸς ἐν οὐρανῷ ἀποκαλύπτων μυστήρια καὶ ἐγνώρισε τῷ βασιλεῖ Ναβουχοδονόσορ», λέγει ὁ Δανιήλ στόν βασιλέα Ναβουχοδονόσορα, «ἃ δεῖ γενέσθαι ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν.», ἐκεῖνα πού πρέπει νά γίνουν στίς ἔσχατες ἡμέρες. Πρέπει!

Στό Κατά Ματθαῖον, 16, 21, λέγει: «Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς δεικνύειν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὅτι δεῖ –δεῖ θά πῆ πρέπει· δέλτα, ἔψιλον-γιῶτα, περισπωμένη– δεῖ αὐτὸν ἀπελθεῖν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ πολλὰ παθεῖν... καὶ ἀποκτανθῆναι...»· ὅτι πρέπει νά πάη εἰς τά Ἱεροσόλυμα, ὅτι πρέπει νά πάθη, ὅτι πρέπει νά φονευθῆ,... Πρέπει! Γιατί πρέπει;...

Καί στό Κατά Λουκᾶν. Ὅταν ὁ Χριστός ἀνεστήθη, λέγει εἰς τούς δύο Μαθητάς Του τούς πορευομένους πρός Ἐμμαούς: «Οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξαν αὐτοῦ;». Αὐτά δέν ἔπρεπε νά τά πάθη ὁ Μεσσίας, ὁ Χριστός, καί μόνο διά τῶν παθημάτων νά εἰσήρχετο εἰς τήν δόξαν Του;

Αὐτό τό «δεῖ», ἀγαπητοί μου, εἶναι δύσκολον, μυστηριῶδες καί ἀκατανόητον. Θά λέγαμε ἁπλά: «Γιατί δηλαδή ὁπωσδήποτε πρέπει νά γίνουν αὐτά, καί μάλιστα καθόλου εὐχάριστα πράγματα, ὅπως ἐπί παραδείγματι εἶναι ὁ σταυρός, ἤ θά εἶναι ὁ διωγμός τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν πιστῶν μέχρι τήν δευτέρα τοῦ Χριστοῦ Παρουσία;».

Ἡ Ἐκκλησία, ἀγαπητοί, ἔπρεπε νά πάρη μιά συγκεκριμένη μορφή πορείας μέσα στήν Ἱστορία, ἡ ὁποία θά ἦτο πλήρης πειρασμῶν καί διωγμῶν ἐκ μέρους τοῦ κόσμου. Ἀλλά παρατηροῦμε ὅτι αὐτό τό «δεῖ» τῆς Ἐκκλησίας, τό ὅτι πρέπει δηλαδή νά περάση ἡ Ἐκκλησία μιά πορεία θλίψεων καί διωγμῶν, ἔρχεται παράλληλο μέ τό «δεῖ» τοῦ Χριστοῦ. Δέν μποροῦσε νά γίνη διαφορετικά, διότι ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν λοιπόν ὁ Χριστός λέγη «δεῖ ἀποκτανθῆναι», «δεῖ σταυρωθῆναι», τότε καί ἡ Ἐκκλησία θά πῆ «δεῖ ἀποκτανθῆναι», «δεῖ σταυρωθῆναι».

Μήν τρομάζετε!... Βαπτισθήκαμε; θέλομε νά εἴμαστε Χριστιανοί; Ἄς τό πάρουμε ἀπόφασι: Ἐσταυρώθη ὁ Χριστός; Πιθανῶς κι ἐμεῖς. Ἐδιώχθη ὁ Χριστός; Ἄρα κι ἐμεῖς. «Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν.». Ἰδού, παρακαλῶ, τό παράλληλον χωρίον. Τό «εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν» εἶναι τό «δεῖ» τοῦ Χριστοῦ· τό «καὶ ὑμᾶς διώξουσιν» εἶναι τό «δεῖ» τῆς Ἐκκλησίας. Παράλληλο λοιπόν τό ἕνα «δεῖ», τῆς Ἐκκλησίας, μέ τό ἄλλο «δεῖ», τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτό τό «δεῖ ἀπελθεῖν εἰς Ἱεροσόλυμα», πού λέγει ὁ Χριστός, πρέπει νά ἀνεβῶ στά Ἱεροσόλυμα γιά νά σταυρωθῶ, εἶναι παράλληλον μέ τό «διὰ πολλῶν θλίψεων...», πού εἶπε ὁ ἀπόστολος Παῦλος, εἰς τάς Πράξεις. Θυμᾶστε ὅταν τόν λιθοβόλησαν εἰς τά Λύστρα, καί πῆγαν οἱ μαθηταί του τήν νύχτα νά τόν πάρουν νά τόν θάψουν, κι ἐκεῖ τόν βρῆκαν νά εἶναι ζωντανός; Τότε σηκώθηκε καί τούς εἶπε: «Διὰ πολλῶν θλίψεων δεῖ –«δεῖ»! πρέπει!– ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ».

Θά τοῦ ἔλεγαν ἐκεῖ: «Ἅγιε ἀπόστολε τοῦ Θεοῦ, γιατί πρέπει; Δέν θά μποροῦσες νά ἀποφύγης αὐτόν τώρα τόν λιθοβολισμόν;».

Ὄχι· «δεῖ»!... Μυστηριῶδες! βαθύ!

Αὐτό λοιπόν τό «δεῖ ἀπελθεῖν εἰς Ἱεροσόλυμα» τοῦ Χριστοῦ, τό «διὰ πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» τοῦ ἀποστόλου Παύλου καί τό «ἃ δεῖ γενέσθαι ἐν τάχει» τῆς Ἀποκαλύψεως, ἐκεῖνα τά ὁποῖα πρέπει νά γίνουν γρήγορα, εἶναι παράλληλα. Εἶναι παράλληλα!

Γιατί ὅμως;

Διότι: Εἰς μέν τό «δεῖ» τοῦ Χριστοῦ, οἱ ἄνθρωποι θά ἀπέκρουαν τό πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ καί τό ἔργον Του· καί προκειμένου νά πραγματοποιηθῆ ὁπωσδήποτε ἡ σωτηρία –σᾶς δίνω τώρα μία ἑρμηνεία τοῦ μυστηρίου αὐτοῦ ὅσο εἶναι δυνατόν– ἔφθασε ὁ Χριστός εἰς τόν σταυρόν· καί τό ὄργανον τῆς ματαιώσεως τοῦ ἔργου τῆς σωτηρίας, ὁ σταυρός, ἔγινε τό ὄργανον τῆς σωτηρίας. Γι’ αὐτό ὁ Κύριος εἶπε «δεῖ»· πρέπει. Εἰς δέ τό «δεῖ» τῆς Ἐκκλησίας διά τόν αὐτόν λόγον· ὁ κόσμος δέν θά ἐδέχετο τήν παρουσίαν της, καί θά ἀνελάμβανε πόλεμον ἐναντίον της.

Αὐτή τήν στιγμή πού μιλᾶμε, ἀγαπητοί μου, ξέρετε τί ἀπεργάζονται οἱ σκοτεινές δυνάμεις, σέ παγκοσμία κλίμακα, εἰς βάρος τῆς Ἐκκλησίας;... Λύσσαξαν, λυσσάζουν καί πιό πολύ θά λυσσάξουν!... Λοιπόν μοιραῖα ἡ Ἐκκλησία μπαίνει σ’ ἕναν πόλεμο.

Τί δηλαδή;

Ἡ Ἐκκλησία –προσέξτε αὐτό!– ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νά σταθῆ, νά ἐπικρατήση καί νά φθάση περιμένοντας τόν Χριστόν μέχρι τή δευτέρα Του Παρουσία. Δέν λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὅτι τό μυστήριον τῆς θείας Εὐχαριστίας θά γίνεται «ἄχρις οὗ ἂν ἔλθῃ», ἕως ὅτου ἔλθη; Ἕως πότε; Ἕως τή δευτέρα Του Παρουσία. Καί συνεπῶς ἡ ἀντίδρασις τοῦ κόσμου, ὡς ἀδιάλλακτος –ὁ κόσμος εἶναι ἀδιάλλακτος· ὅ,τι θέλετε πῆτε–, καθιστᾶ αὐτό τό «δεῖ» τῆς Ἐκκλησίας ἀναπόφευκτον. Αὐτό εἶναι ὅλο. Δηλαδή αὐτό τό ἀναπόφευκτο τῶν γεγονότων ἐκ τῶν σχέσεων κόσμου καί Ἐκκλησίας ἐκφράζεται μέ τό «ἃ δεῖ γενέσθαι», ἐκεῖνα τά ὁποῖα πρέπει νά γίνουν.

Αὐτό τό «δεῖ» συνεπῶς δέν ἐκφράζει τήν ἀναγκαιότητα τῶν γεγονότων –λένε πολλοί ὅτι ἐδῶ ἔχομε μίαν ἀναγκαιότητα τῶν γεγονότων, δηλαδή ἔχομε ἕναν ἐξαναγκασμό, ἕναν περιορισμό τῆς ἐλευθερίας– δέν ἐκφράζει τήν ἀναγκαιότητα τῶν γεγονότων, ἀλλά τήν ἀναγκαιότητα τῆς σωτηρίας, ἀπό τήν ὁποίαν προέρχονται ὅλα αὐτά τά ποικίλα γεγονότα.

Ἡ σωτηρία δηλαδή εἶναι ἕνα γεγονός ἀμετάκλητο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ἀκοῦστε: ἀμετάκλητο! Ὁ Θεός ἀγαπᾶ, καί θέλει νά σώση τόν κόσμο. Δέν πᾶ’ νά λυσσάξουν οἱ ἐχθροί τῆς Ἐκκλησίας, δέν πά’ νά φρυάξη ὁ διάβολος, ὁ Θεός θέλει νά σώση τόν κόσμο! Ἔτσι εἰσάγεται αὐτό τό «δεῖ», αὐτό τό πρέπει. Ὁ διάβολος εἶναι ἐπίσης ἀμετάκλητος καί ἀμετανόητος· καί ἡ σωτηρία, ὅπως εἴπαμε, εἶναι ἀμετάκλητη· συνεπῶς σύγκρουσις! Νά γιατί λοιπόν μπαίνει τό «δεῖ». Ἀποτέλεσμα: τά γεγονότα παρόντος καί μέλλοντος, οὕτως ἤ ἄλλως, πρέπει, «δεῖ», νά γίνουν, «γενέσθαι». «Ἃ δεῖ γενέσθαι»· αὐτό σᾶς ἀνέλυσα.

Θά μοῦ πῆτε βέβαια: «Δέν τό καταλάβαμε.».

Ἀγαπητοί μου, εἴτε τό καταλαβαίνομε εἴτε ὄχι, αὐτό ἀποτελεῖ ἀληθινά ἕνα μυστήριο.

Γιατί ὅμως ὁ Θεός ἐπιτρέπει αὐτήν τήν χειροτέρα λύσι; Θά πῆτε: «Δέν εἶναι δυνατός ὁ Θεός;». Εἶναι αὐτός ἀκριβῶς ὁ πειρασμός πού ὑπάρχει στούς πολλούς, οἱ ὁποῖοι λέγουν: «Μά γιατί; Ὁ Θεός δέν εἶναι δυνατός νά ἐπέμβη;».

Ἄν ἐπέμβη, ἀδελφέ μου, θά πῆς τότε τοῦ Θεοῦ ὅτι σοῦ δεσμεύει τήν ἐλευθερίαν! Τό γιατί ὁ Θεός διαλέγει αὐτή τήν χειροτέρα λύσι, ἔρχομαι νά σᾶς τό πῶ: διότι ὁ Θεός ἀγαπᾶ καί θέλει νά δείξη αὐτήν Του τήν ἀγάπη· προσφέρει τόν Υἱόν Του νά σταυρωθῆ!

Θά μοῦ πῆτε: «Δέν εἶχε ἄλλον τρόπο νά σωθῆ ὁ κόσμος;».

Εἶχε· ἀλλά θέλει νά σώση τόν κόσμον μέ τήν ἀγάπη. Καί αὐτή ἡ σωτηρία, μέ κίνητρο τήν ἀγάπη, εἶναι ἕνα βαθύ μυστήριο, καί μάλιστα ἀποτελεῖ πτυχή τοῦ μυστηρίου τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος μᾶς τό ἀποκαλύπτει. Ὅταν γιά πρώτη φορά, ἀγαπητοί μου, εἶχα διαβάσει αὐτό πού θά σᾶς διαβάσω τώρα, δέν μέ ἱκανοποίησε, καί φοβᾶμαι μήπως δέν ἱκανοποιήσει καί ἐσᾶς, γιατί ἀποτελεῖ μυστήριο· τώρα μέ ἱκανοποιεῖ ἀπολύτως. Ἀκούσατέ το:

«Τέλος δὲ τούτων», λέγει ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος εἰς τήν 81η του ὁμιλία, «Τέλος δὲ τούτων πάντων ὁμοῦ ὁ Θεὸς καὶ Κύριος διὰ τὸν πόθον τῆς κτίσεως... –Νά τό κλειδί: «διὰ τὸν πόθον τῆς κτίσεως»! Πόθον· δηλαδή ὑπερβολικήν ἀγάπη.– τὸν ἑαυτοῦ Υἱὸν διὰ τοῦ σταυροῦ εἰς θάνατον παρέδωκεν.

»Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν μονογενῆ ἑαυτοῦ Υἱὸν δοῦναι εἰς θάνατον ὑπὲρ αὐτοῦ.

»Οὐχ ὅτι οὐκ ἠδύνατο ἐν ἄλλῳ τρόπῳ λυτρώσασθαι ἡμᾶς», ὄχι ὅτι ὁ Θεός δέν μποροῦσε μέ ἄλλον τρόπο νά μᾶς σώση, «ἀλλὰ τὴν ἀγάπην ἑαυτοῦ τὴν ὑπερβάλλουσαν ἐν τούτῳ εὑρέθη διδάσκων ἡμᾶς.», ἤθελε νά μᾶς διδάξη αὐτήν ἀκριβῶς τήν ὑπερβάλλουσα ἀγάπη Του. Δέν τό χωράει τό μυαλό μας, ἀγαπητοί μου, αὐτό. Δέν τό χωράει τό μυαλό μας!

»Καὶ ἐν τῷ θανάτῳ τοῦ μονογενοῦς ἑαυτοῦ Υἱοῦ προσήγγισεν ἡμᾶς πρὸς ἑαυτόν.», μέσῳ τοῦ θανάτου τοῦ Υἱοῦ Του μᾶς προσήγγισε· γιά νά μᾶς δείξη πόσο μᾶς ἀγαπάει· καί μᾶς ἀγαπάει καθ’ ὑπερβολήν!

»Καὶ εἰ εἶχε τιμιώτερον αὐτοῦ», ἐάν εἶχε κάτι καλύτερον καί πολυτιμότερον, «ἔδωκεν ἂν ἡμῖν», θά μᾶς τό ’δινε, «ὅπως ἐν αὐτῷ εὑρεθῇ αὐτῷ τὸ γένος ἡμῶν.», μέ ἕναν σκοπό: νά πᾶμε κοντά Του· νά εὑρεθῆ τό γένος μας τό ἀνθρώπινο κοντά Του.

»Καὶ διὰ τὴν ἀγάπην αὐτοῦ τὴν πολλήν, οὐκ ηὐδόκησε τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν βιάσασθαι», δέν θέλησε νά βιάση τήν ἐλευθερία μας, «κἂν δυνατὸς ᾖ ποιῆσαι», ἔστω καί ἄν ἦτο δυνατός νά τό κάνη, «ἀλλὰ τῇ ἀγάπῃ τοῦ φρονήματος ἡμῶν πλησιᾶσαι αὐτῷ.», μέ τήν ἀγάπην τοῦ φρονήματός μας, νά θέλουμε ἐμεῖς νά Τόν πλησιάσουμε.

Ὅλα αὐτά, ἀγαπητοί μου, ἐκφράζουν τό μυστήριον «ἃ δεῖ γενέσθαι», ἐκεῖνα πού πρέπει νά γίνουν. Ἔτσι, μέ τήν λύσιν αὐτή, ἀφ’ ἑνός μέν ἀναδεικνύεται ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δέ διατηρεῖται ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Πραγματικά θαυμαστός ὁ Θεός!

Τά δύο αὐτά, ἐλευθερία καί ἀγάπη, συζευγνύμενα καί κατ’ αἴσθησιν ὑπάρχοντα στόν κάθε πιστό, γεννοῦν τήν ἁγιότητα, μέ τήν ὁποία ἁγιότητα εἰσερχόμεθα εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.

«Ἐν τάχει». Γρήγορα· σύντομα.

Πότε ὅλα αὐτά ἀλήθεια θά γίνουν;

Λέγει ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Καισαρείας: «Τὸ δὲ ἐν τάχει γενέσθαι, σημαίνει τὸ τινὰ μὲν αὐτῶν παρὰ πόδας γενέσθαι τῆς περὶ αὐτῶν προῤῥήσεως», δηλαδή μερικά ἀπ’ αὐτά πού προφητεύθηκαν εἶναι παρά πόδας, σύντομα· νά, τώρα· κοντά! ἄν θέλετε, καί σύγχρονα –τότε– μέ τήν προφητεία, «καὶ τὰ ἐπὶ συντελείᾳ δέ, μὴ βραδύνειν», κι ἐκεῖνα πού θά εἶναι στό τέλος τῆς Ἱστορίας, πού ἀναφέρονται ὡς προφητεῖαι στά ἔσχατα, κι ἐκεῖνα δέν θά βραδύνουν, «διότι χίλια ἔτη παρὰ Θεῷ ὡς ἡ ἡμέρα ἡ ἐχθές, ἥτις διῆλθεν, λελόγισται.»· διότι ὅπως πέρασε ἡ χθεσινή ἡμέρα, ἔτσι εἶναι καί τά χίλια χρόνια γιά τόν Θεό.

Ἀλλά μέ τήν καταγραφήν τῶν ἀποκαλύψεων, ἀγαπητοί μου, ἔχομε ἔναρξι ἐκείνων πού θά συμβοῦν, τά ὁποῖα σάν μιά ἁλυσίδα ἐπεκτείνονται μέχρι τά ἔσχατα τῆς Ἱστορίας. Αὐτό τό «ἐν τάχει» σημαίνει συνεπῶς μιά ταχεῖα ἔναρξι, ὄχι ὅμως καί ὁλοκλήρωσι τῶν ἀποκαλυπτομένων· διαρκῶς μιά ἀποκάλυψι, πού ἡ ὁλοκλήρωσί της θά εἶναι στό τέλος. Ἀρχή λοιπόν καί τέλος –ἀφοῦ λέμε «ἐν τάχει»– κατοπτεύονται, ὁρῶνται, βλέπονται, εἰς μίαν καί τήν αὐτήν εἰκόνα. Εἰς μίαν καί τήν αὐτήν εἰκόνα.

Εἶναι χαρακτηριστικόν ὅτι –ἐδῶ παρακαλῶ προσέξτε, καί τελειώνουμε– ὅτι αὐτό τό προχριστιανικό «δεῖ», πού τό ἔχουμε στόν Δανιήλ καί σ’ ἄλλους Προφήτας, εἶναι μᾶλλον χρονικῶς ἀόριστον, ἐνῶ τό μεταχριστιανικό «δεῖ» εἶναι συγκεκριμένο καί «ἐν τάχει». Δηλαδή:

Ὅταν ἔχωμε τόν Ἀβραάμ, στά 2.000 π.Χ., καί τοῦ λέγει ὁ Θεός μάλιστα ὅτι ἀπ’ αὐτόν θά κάνη λαόν πολύν, ἀποκαλύπτεται ὁ ἐρχομός τοῦ Μεσσίου. Αὐτό οἱ Προφῆται θά τό ποῦν καί θά τό ξαναποῦν, ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Ἀβραάμ, μές στά δυό χιλιάδες χρόνια, ὥσπου νά ’ρθη ὁ Χριστός. Ὅταν διαβάζωμε τήν Παλαιά Διαθήκη, ἔχομε τήν αἴσθησι ὅτι αὐτά θά γίνουν εἰς τό ἀπώτατο μέλλον· κάποτε· χρονικῶς ἀόριστα. Προσέξτε: χρονικῶς ἀόριστα· δέν ξέρομε. Κι ὅμως αὐτά πραγματοποιήθηκαν, ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Ἀβραάμ, μέσα σέ δυό χιλιάδες χρόνια. Ἦρθε ὁ Χριστός· δυό χιλιάδες χρόνια μετά τόν Ἀβραάμ. Ὅταν τώρα τό μεταχριστιανικόν «δεῖ» μᾶς λέγει ὅτι αὐτά θά γίνουν «ἐν τάχει», γρήγορα, «ἔτσι, ὅπως λέγει ὁ καθηγητής Μπρατσιώτης, σάν νά αἰσθανώμεθα, λέγει, τόν καλπασμό τῶν ἐπερχομένων γεγονότων... σάν νά τ’ ἀκοῦμε... νά, ὅπως τό ποδοβολητό ἔξω εἰς τό λιθόστρωτον!», ἔρχονται, ἔρχονται «ἐν τάχει», γρήγορα, καί ἔχουν περάσει δύο χιλιάδες χρόνια, σᾶς θέτω τό ἐρώτημα: μήπως εὑρισκόμεθα εἰς τά ἔσχατα, ἤ τοὐλάχιστον εἰς τήν ἔναρξιν τῶν ἐσχάτων;

Ἀγαπητοί μου: πιθανῶς!

Κυριακή, 19-10-1980

Ἀρνίον Ἑστηκὸς...

Select language...
English  Greek  Spanish

π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος