Ἀρνίον Ἑστηκὸς ὡς Ἐσφαγμένον

arnion.gr

Πίστις καί Μαρτύριον

       Ὁμιλία πού ἐκφωνήθηκε κατά τήν
       Λιτάνευσιν τῶν Ἱερῶν Λειψάνων
       τοῦ Ὁσιομάρτυρος Γεδεών τοῦ Νέου,
       πού μαρτύρησε στόν Τύρναβο τῆς
       Θεσσαλίας στίς 30 Δεκεμβρίου τοῦ 1818.
       Ἡ ὁμιλία αὐτή ἔγινε στήν πόλι τοῦ Τυρνάβου τό 1965.


       
Ἀφιεροῦται
       Σέ ὅλους τούς φωτεινούς διδασκάλους
       μου, πού μόχθησαν γιά τήν πνευματική μου
       κατάρτισι, σάν ἕνα πολύ μικρό δεῖγμα
       μεγάλης εὐγνωμοσύνης.
       Ἀρχιμ. Ἀθαν. Μυτιληναῖος.

       
«Ἐχθρόν αἰσχύνας τόν πάλαι τρώσαντά σε,
       Χριστοῦ, Γεδεών, Ὁσιομάρτυς ὤφθης».

       Μεγάλη ἡ στιγμή, ὅταν ἡ χριστιανική καρδιά ἑτοιμάζεται νά πεθάνη, γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ της.
       Ὅλα τά θεωρεῖ σκύβαλα, μπροστά στόν μεγάλο της θησαυρό.
       Ὁ κόσμος ὅλος δέν ἀξίζει μπροστά σ᾿ ἕναν τέτοιο θάνατο. Κι ὅσα δέν καταφέρνει μιά ὁλόκληρη ζωή, ἕνας ἅγιος θάνατος γίνεται δάσκαλος τρανός.
       Νά πεθαίνης γιά τοῦ Χριστοῦ τήν πίστι τήν ἁγία, εἶναι σάν νά ζῆς χίλιες ζωές. Εἶναι σάν νά ζῆς κάθε μέρα μέσα στούς αἰῶνες. Καί οἱ αἰῶνες νά περνοῦν καί νά ξεθωριάζουν, καί ἡ ζωή σου νά ἀνανεώνεται σάν τοῦ ἀετοῦ, ὅπως ψάλλει ὁ Ψαλμωδός.
       Καί μιά ζωή πού κάθε μέρα γιά τό Χριστό πεθαίνει, εἶναι μιά ζωή, πού ποτέ δέν πεθαίνει.
       Τά λόγια τοῦ Χριστοῦ, 2000 τώρα χρόνια, ἔντονα σφυροκοποῦν στ᾿ αὐτιά τῶν πιστῶν ψυχῶν:
«Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἄν ἀποθάνη, ζήσεται» (Ἰωάν. ια΄ 25).
       Τά μεγάλα αὐτά λόγια στέκονται τόσο ἀληθινά μέσα στήν ἱστορία 20 αἰώνων Χριστιανισμοῦ. Τρανή ἀπόδειξι τά 40.000.000 Μαρτύρων πού ἔδωσαν μέχρι σήμερα τό αἷμα τους γιά τήν ἀγάπη Ἐκείνου.
       Ζωντανή ἀκόμη βεβαίωσι, ἡ σημερινή μας συγκέντρωσι. Μιά συγκέντρωσι πού ἔρχεται νά τιμήση ἕναν τοῦ Χριστοῦ Μάρτυρα, τόν Ὁσιομάρτυρα Πατέρα ἡμῶν καί μακαριστόν ἐν ἁγίοις, Ἅγιον Γεδεών.
       Ὁ Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ, Ἅγιος Γεδεών, δέν στάθηκε ἕνας ρωμαντικός τοῦ 19ου αἰῶνος, ἀλλά ἕνας ρωμαλέος ἀγωνιστής κατά τοῦ τυράννου πού πατοῦσε τέσσερις αἰῶνες τήν πατρίδα μας καί ἐλυμαίνετο τήν πίστι μας τήν ἁγία.
       Ὁ Ἅγιος Γεδεών εἶναι ἡ μεγάλη ἐκείνη μορφή πού ἤξερε νά σκορπᾶ τόν ἐνθουσιασμό στούς ὑπόδουλους τότε Ἕλληνες, ὄχι μέ δυνατά μόνον λόγια, ἀλλά καί μέ τήν μαρτυρία τοῦ αἵματος. Μιά μαρτυρία πού σκορπᾶ ρίγη σ᾿ ἐκείνους πού τήν δέχονται. Μιά μαρτυρία πού ντροπιάζει τούς διῶκτες καί ἐνθουσιάζει τούς πιστούς.
       Μεγάλη ἡ στιγμή τῆς πίστεως πού ἐνσαρκώνεται ἀπό τό μαρτύριο. Ἕνα μαρτύριο, διαποτισμένο ἀπό ἀφοσίωσι καί ἐνθουσιασμό.
       Ἕνας ἐνθουσιασμός πού ξεπερνᾶ τά ὅρια τοῦ συνηθισμένου καί γίνεται ἡρωισμός.
       Καταστάσεις, πού μόνο μέσα στά χριστιανικά βιώματα τίς συναντᾶς.
       Καί ἡ ἐποχή μας, μιά ἐποχή νωχελής πνευματικά καί ξεθωριασμένη ἀπό τό καλοβόλεμα τῆς ζωῆς καί τῆς ἀστικῆς νοοτροπίας, αἰσθάνεται σάν αὔρα πού δροσίζει μέσα στό καμίνι τῆς πνευματικῆς ξηρασίας, τέτοια πνευματικά μηνύματα.
       Ἐπικαλοῦμαι, λοιπόν, τίς εὐχές καί εὐλογίες τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας, «ἵνα μοι δοθῆ λόγος ἐν ἀνοίξει τοῦ στόματός μου ἐν παρρησίᾳ γνωρίσαι τό μυστήριον τοῦ Εὐαγγελίου» γιά νά εἰπωθοῦν μερικές ἁπλές ἀλήθειες, μά τόσο σημαντικές γιά τήν ἐποχή μας.


       Α΄
       
Ὁ ἐνθουσιασμός στήν πίστι δέν εἶναι ἕνα φαινόμενο πού τό γνώρισαν μόνον οἱ πρῶτοι Χριστιανικοί αἰῶνες. Οὔτε ἀκόμη ἔθρεψε μόνον τούς πρώτους Μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας μας.
       Ὁ ἐνθουσιασμός, στάθηκε φαινόμενο σέ ὅλους τούς αἰῶνες, γιατί ἁπλούστατα εἶναι μιά εὔγλωττη ἀπάντησι στό περιεχόμενο τῆς πίστεως.
       Ἐνθουσιάζεσαι, γιατί πιστεύεις.
       Ἐνθουσιάζεσαι ἀκόμη, γιατί τό περιεχόμενο τῆς πίστεώς σου σοῦ δίνει ἀπέραντες βεβαιότητες γιά τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
       Ὁ ἐνθουσιασμός αὐτός, δέν ἔχει καμμιά σχέσι μέ τόν φανατισμό, ἤ τήν ἄρνησι τῆς ζωῆς.
       Ὁ Χριστιανός, ὁ ἀληθινός Χριστιανός, χαίρεται μέ τήν ἐλπίδα τῆς κατακτήσεως τῆς οὐρανίου πατρίδος, μιᾶς περιοχῆς πού δέν γνωρίζει τά ὅρια τοῦ χώρου καί τοῦ χρόνου, ὅπως τά ἀντιλαμβάνεται ὁ φυσικός ἄνθρωπος, πού ζῆ μέσα στό φυσικό αὐτό σύμπαν.
       
«Τῇ ἐλπίδι χαίροντες», γράφει ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν, Ἅγιος Παῦλος, καί σημειώνει κάπου ἀλλοῦ: «Οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλά τήν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Ἑβρ. ιγ΄14).
       Ὁ Χριστιανός, λοιπόν, ἐνθουσιάζεται γιά τήν μόνιμη μελλοντική του πατρίδα. Γι᾿ αὐτόν, ὁ φανατισμός εἶναι ἄγνωστος. Γιατί ὁ φανατισμός εἶναι τυφλός, ἐνῶ ἡ πίστι καί ἡ ἐλπίδα, ἀνοίγουν τά μάτια. Ὁ φανατισμός χάνει τόν ἀντικειμενικό του σκοπό, ἐνῶ ἡ πίστι τόν σκοπεύει.
       Ὁ κοσμικός ἐνθουσιασμός, αὐτός πού βρίσκεται ἔξω ἀπό τήν πίστι, δέν ἔχει καμμιά σχέσι μέ τόν ἐνθουσιασμό πού συναντᾶμε μέσα στόν Χριστιανισμό. Ὁ χριστιανικός ἐνθουσιασμός, εἶναι καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅλα τά μεγάλα κατορθώματα πάνω στό θρησκευτικό καί ἠθικό πεδίο, ὅπως εἶναι ὁ ἡρωισμός τῆς πίστεως, τῆς ἀγάπης, τῆς αὐτοθυσίας καί τοῦ μαρτυρίου, εἶναι δείγματα πού ἀποδεικνύουν ἰδιαίτερα τήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
       Δέν χρειάζεται λίγος ἐνθουσιασμός γιά νά δείξης ἀγάπη, σ᾿ ἕναν κόσμο ψυχρό καί ἀδιάφορο, ἀκόμη καί ἐχθρικό.
       Ἐνθουσιασμός ἀπαιτεῖται νά ὁμολογήσης τόν Ἰησοῦν, τόν ἱστορικόν Ἰησοῦν, Χριστόν καί Κύριον καί Υἱόν καί Λόγον τοῦ Θεοῦ, Θεόν ἀληθινόν, μέσα σ᾿ ἕναν κόσμο πού ὀρθολογίζει ἤ σοῦ γυρίζει τίς πλάτες μέ εἰρωνεία γιατί σέ περνᾶ γιά τρελλό.
       Ἀκόμη πιό πολύ χρειάζεσαι τόν ἐνθουσιασμό γιά τήν αὐτοθυσία.
       Δέν προσφέρεις τήν περιουσία σου, τόν χρόνο σου, τήν ἀνάπαυσί σου, τήν καριέρα σου, τό ἐγώ σου, ἄν δέν ἐνθουσιάστηκες ἀπό τήν πίστι.
       Ὁ ἐνθουσιασμός, εἶναι μιά πρόγευσι τῶν μελλόντων ἀγαθῶν.
       Εἶναι τό νεῦρο τῆς ζωῆς. Τῆς ἀληθινῆς ζωῆς.
       Ἄν σήμερα δέν μεγαλουργοῦμε, εἶναι γιατί μᾶς λείπει αὐτό τό ζωτικό στοιχεῖο. Αὐτό, πού τόσο αἰσθητά λείπει ἀπό τόν σύγχρονο κόσμο.
       Καί τοῦ λείπει, γιατί ἔχασε τήν ἐπαφή του μέ τό περιεχόμενο τῆς πίστεώς του.
       Ὁ σύγχρονος χριστιανικός κόσμος, θά σωθῆ, ἄν πάλι ἀνάψη ἡ φλόγα τοῦ ἐνθουσιασμοῦ μέσα στά στήθη του. Καί θά ἀνάψη, ἄν στραφῆ στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ.


       
Β΄
       Ἡ ἐθουσιώδης παρρησία τοῦ Ἁγίου Γεδεών μπροστά στούς Τούρκους κατακτητάς, πού στάθηκε μάλιστα τόσο προκλητική, μᾶς εἶναι ἀνεξήγητη.
       Μιά μόνη ἐξήγησι ὑπάρχει: ἡ πίστι.
       Ὁ Ἅγιος Γεδεών πίστευε. Πίστευε ἀκράδαντα. Ἡ πίστι ἦταν ἡ ζωή καί ἡ τροφή του. Ἐκεῖνο πού τόν ἔκανε νά μή βρίσκη πουθενά τήν ἡσυχία τῆς συνειδήσεώς του, ἦταν ἡ πρωτινή του ἄρνησι, παιδί ἀκόμη, ὅταν ξεγελάστηκε στό χαρέμι τοῦ Ἀγαρηνοῦ καί δέχθηκε νά γίνη Μουσουλμάνος.
       Μά ἡ παιδική του καρδιά, δέν ἄντεξε σ᾿ αὐτήν του τήν ἄρνησι.
       Κλαίει μέ πικρά δάκρυα μετανοίας, ὅπως ὁ Ἀπόστολος Πέτρος στήν τριπλῆ του ἄρνησι, τήν ἀξέχαστη ἐκείνη νύχτα τοῦ μαρτυρίου τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Μαρτύρων, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
       Ἄν καί περνοῦν 40 ὁλόκληρα χρόνια μοναχικῆς ζωῆς μέ ἀγῶνες καί κόπους σκληρούς, ὅμως τό μαρτύριο τῆς προδοσίας τῆς πίστεώς του τόν συντροφεύει συνταράσσοντάς τον συθέμελα. Θέλει νά ἀποπλύνη τήν παλιά του ἄρνησι, μέ μιά γενναία ὁμολογία γιά τό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ.
       Ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ ἀναζήτησι τοῦ μαρτυρίου. Μᾶς εἶναι ἀκατανόητο αὐτό, ἔξω ἀπό τή βίωσι αὐτῆς τῆς καταστάσεως.
       Μόνον αὐτός πού ζῆ μέσα στό κλῖμα τῆς πίστεως τό νοιώθει.
       Ἡ πίστις εἶναι τό διαρκές ἐκεῖνο βουκέντρι, πού δέν σ᾿ ἀφήνει νά ἡσυχάσης ἕως ὅτου συναντήσης τόν Μεγάλον Ποθούμενον.
       Ἡ πίστις δέν εἶναι ἁπλῆ διανοητική γνῶσις. Εἶναι συνάντησις τοῦ ἀνθρωπίνου ἐγώ μέ τό Θεῖον Σύ.
       Ἡ πίστις δέν ἔχει στατικόν χαρακτῆρα, ἀλλά δυναμικόν. Εἶναι κάτι πού διαρκῶς προστίθεται. «Πρόσθες ἡμῖν πίστιν» ζητοῦσαν οἱ Μαθηταί ἀπό τόν Κύριον.
       Ἡ πίστις, εἶναι ἕνας ἄλλος τρόπος ὑπάρξεως ἔξω τῆς διανοίας.
       Τήν διάνοια τήν συμπεριλαμβάνει, ἀλλά δέν συμπεριλαμβάνεται ἀπ᾿ αὐτήν. Ἡ διάνοια ἔχει τά ὅριά της. Ἡ πίστις εἶναι ἀτέρμων.
       Ἡ πίστις δέν βασιλεύει μόνον στήν καρδιά. Περιοχή της εἶναι καί ἡ διάνοια καί ἡ βούλησι. Καλύπτει ὁλόκληρη τήν προσωπικότητα.
       Ἡ πίστις, χαρίζει τόν φόβο τοῦ Θεοῦ καί διδάσκει τίς ἐντολές, καθαρίζοντας τήν καρδιά.
       Ἡ πίστις γεννᾶ τήν ἐλπίδα, πού στέκεται προέκτασί της, καί ἔχει γιά ἐγγόνι της τήν ἀγάπη, κατά μιά πατερική ἔκφρασι. (Φιλοκαλία, Τόμ. Α΄ σ. 307 κα΄ 7). Ἡ πίστις, τέλος εἶναι ἡ ἀφετηρία τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Ἡ μεγάλη γεννήτρια τῶν μεγάλων κατορθωμάτων.
       Ἄν ἡ πίστις σβήση, ὅλα ἔσβησαν. Ὅλα μαράθηκαν. Αὐτή στέκεται τό ζωογόνο νερό τῶν ἀρετῶν καί ἡ γέφυρα πού μᾶς περνᾶ στή ζωή.
       Αὐτή γέννησε τούς Μάρτυρες ὅλων τῶν αἰώνων. Καί σ᾿ αὐτήν ὀφείλονται τά μεγαλουργήματα.
       Ὁ Μέγας Ὀλυμπιονίκης τῆς πίστεως, ὁ Ἅγιος Παῦλος, στάθηκε καί ὁ Μεγάλος της ὑμνογράφος. Τό ΙΑ΄Κεφάλαιον τῆς πρός Ἑβραίους Ἐπιστολῆς του, εἶναι τό Κεφάλαιον τῆς πίστεως καί τῶν Μαρτύρων. Εἶναι μιά ἁγιογραφημένη σελίδα ἀφιερωμένη στόν ἡρωισμό τῆς πίστεως. Εἶναι μιά σελίδα πού προστίθεται στό ἄλλο ἐκεῖνο ἡρωικό Βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων, τό Βιβλίον ἐκεῖνο πού δέν τελειώνει, σάν ἀπό σκοποῦ, γιά νά δείξη ὅτι οἱ σελίδες πίστεως καί ἡρωισμοῦ θά γράφωνται σέ ὅλους τούς αἰῶνες καί σέ ὄλες τίς ἐποχές, πού θά προστίθενται ὅλο καί νέοι Μάρτυρες στό αἱματοπότιστο μά καί ἀγλαόκαρπο δένδρο τοῦ Χριστιανισμοῦ.
       Ἡ πίστις γέννησε τούς ἥρωες καί τούς Μάρτυρες.
       Πίστις καί μαρτύριο, εἶναι δυό πράγματα πού ποτέ δέν ξεχωρίζουν.
       Εἶναι τό δένδρο μέ τόν καρπό.
       Τό μαρτύριο εἶναι ἀδύνατο χωρίς τήν πίστι. Κι᾿ ἡ πίστις εἶναι ἄκαρπη κι ἀνώφελη χωρίς τό μαρτύριο.


       
Γ΄
       Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος τρέμει μπροστά στήν ἰδέα τοῦ μαρτυρίου, γιατί δέν ἔχει πίστι. Τό μαρτύριο τοῦ εἶναι ἀκατανόητο. Καί ὅμως, εἶναι ἡ οὐσία καί ὁ μυελός τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.
       Μαρτύριο, δέν εἶναι νά δώσης μόνον τό αἷμα σου. Μαρτύριο εἶναι κάθε κατάστασι πού δημιουργεῖται ἀπ᾿ τίς ἀντιθέσεις τοῦ κόσμου πού βρίσκεται ἀποστατημένος ἀπ᾿ τό Θεό.
       Τό μαρτύριο, γιά τόν συνειδητό Χριστιανό εἶναι μιά συνεχής κατάστασις. Εἶναι «ὁ καθ᾿ ἡμέραν σταυρός» πού εἶπεν ὁ Κύριος. Εἶναι ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος τῆς πίστεως καί τῆς ἀγάπης μέσα σ᾿ ἕνα κόσμο ἀντιθέσεων.
       Τό μαρτύριον εἶναι δῶρον Θεοῦ.
«Ὑμῖν ἐχαρίσθη, γράφει ὁ Ἀπ. Παῦλος, τό ὑπέρ Χριστοῦ, οὐ μόνον τό εἰς αὐτόν πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ αὐτοῦ πάσχειν» (Φιλιππ. α΄ 29). Νά πάσχης γιά τόν Χριστό εἶναι Θεῖον προνόμιον. Εἶναι, κατά τόν ἴδιο Ἀπόστολο, ἀνταναπλήρωσι τῶν παθημάτων τοῦ Χριστοῦ (Κολασ. α΄ 24).
       Τό μαρτύριο εἶναι ἡ φυσική κατάληξι μιᾶς ζωντανῆς πίστεως.
       Ζωντανή μαρτυρία Ἰησοῦ Χριστοῦ καί μαρτύριο, εἶναι ταυτόσημα.
       Καί ὁ κόσμος μας σήμερα ζητᾶ αὐτήν τήν ζωντανή μαρτυρία Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ πιστός πού ζῆ αὐτή τήν μαρτυρία, ἔχει σβήσει μέσα του κάθε κοσμική ἐπιθυμία.
       
«Νῦν μανθάνω δεδεμένος, μηδέν ἐπιθυμεῖν», γράφει ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος Ἀντιοχείας, αὐτός ὁ λαμπρός τοῦ Κολοσσαίου ἀγωνιστής, στούς Ρωμαίους Χριστιανούς. «Τώρα, δεμένος τήν ἀλυσίδα τοῦ μαρτυρίου ἔμαθα, τίποτα τό κοσμικό νά μήν ἐπιθυμῶ». «Ὁ ἐμός ἔρως ἐσταύρωται, καί οὐκ ἔστιν ἐν ἐμοί πῦρ φιλόϋλον». «Ἡ ἀγάπη μου εἶναι σταυρωμένη, καί ἔχει πεθάνει πιά μέσα μου κάθε πύρινος πόθος γιά τά πράγματα τοῦ κόσμου τούτου. Μέσα μου νοιώθω νά ἀναβλύζη ἕνα ζωντανό νερό καί νά μοῦ μιλᾶ καί νά μοῦ λέγη: Ἔλα πρός τόν πατέρα... Ἀφῆστε με νά γίνω τῶν θηρίων τροφή», συνεχίζει νά γράφη, «Σιτάρι εἶμαι τοῦ Θεοῦ, πού θ᾿ ἀλεσθῶ στά δόντια τῶν θηρίων, γιά νά βρεθῶ ψωμί καλοφτιαγμένο τοῦ Χριστοῦ».
       Αὐτά τά λόγια βγαίνουν ἀπό τό στόμα τῶν Μαρτύρων. Λόγια πού δείχνουν τό βάθος καί ὕψος καί πλάτος τῆς πίστεως.
       Ἔτσι καί ὁ Ἅγιος Γεδεών προχωρεῖ στό μαρτύριο. Δέν τό φοβᾶται, ἀλλά μᾶλλον τό ἐπιζητεῖ.
       Ἀρχαῖοι καί Νέοι Μάρτυρες δίνουν τά χέρια στήν αἰώνια μαρτυρία Ἰησοῦ Χριστοῦ.
       «Κάθε ἐποχή καί κάθε τόπος ἔχει νά δείξη μορφές Μαρτύρων πού προσέφεραν τή ζωή τους ὁλοκαύτωμα καί θυσία γιά νά μήν ἀρνηθοῦν τήν πίστι τους. Ἡ νεώτερη Ἑλλάδα κατά τούς χρόνους τῆς Τουρκοκρατίας ἔχει νά ἐπιδείξη ὁλόκληρο νέφος Μαρτύρων».
       «Εἶναι θαῦμα, στ᾿ ἀλήθεια», γράφει ὁ ἀείμνηστος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, «νά βλέπης μέσα στήν καρδιά τοῦ χειμώνα, ἀνοιξιάτικα λουλούδια καί τριαντάφυλλα. Μέσα στή βαθειά νυχτιά, τόν ἥλιο. Μέσα στό ψηλαφητό σκοτάδι, φῶτα λαμπρά. Στόν καιρό τῆς αἰχμαλωσίας, νά βλέπης ἐλευθερία.Καί μέσα στήν ἀνημποριά, ὑπερφυσική δύναμι». Καί αὐτό τό θαῦμα, ἦσαν οἱ Νεομάρτυρες. Ὅλοι ἐκεῖνοι πού στά σκοτεινά χρόνια τῆς Τουρκικῆς σκλαβιᾶς, λάμψαν φῶτα, καί γίναν ἄπειρες φωτολαμπές.
       «Κάθε ἑλληνική ἐπαρχία μπορεῖ νά καυχηθῆ ὅτι χάρισε στήν Ἐκκλησία, νέους ἥρωες. Οἱ νεομάρτυρες εἶναι τόσοι στόν ἀριθμό καί τέτοιοι στήν πίστι καί στήν χριστιανική παλληκαριά, ὥστε ἡ νέα Ἑλλάδα μπορεῖ ν᾿ ἁπλώση θαρρετά τό χέρι πρός τίς ἀρχαῖες Ἐκκλησίες καί νά τίς χαιρετίση σάν ἀδελφή».
       Ὡραῖα συνθέτει τό ἐγκώμιο τῶν Μαρτύρων ἕνας σύγχρονός μας Χριστιανός Ποιητής:
       «Ἀτρόμητ᾿ εἶν᾿ οἱ Μάρτυρες οἱ ἀλυσοδεμένοι.
       Τήν πίστι τοῦ Ναζαρηνοῦ καί τήν ἀγάπη χτές,
       μέ θάρρος διαλαλήσανε μπρός στούς βασανιστές.
       Κανένας δέν ἐδείλιασε, κανείς δέν ἐκλονίσθη.
       Ἄς ἔρθουν χίλιοι τύραννοι καί μύριοι δικαστές,
       εἶναι γλυκός ὁ θάνατος γιά τοῦ Χριστοῦ τήν πίστι».
       (Γ. Βερίτη, Ποιητικά Ἅπαντα, σελ. 299).
       Σεβασμιώτατε Ἅγιε Πάτερ,
       Ἀγαπητοί Συνεορτασταί
       Ἡ πόλις τοῦ Τυρνάβου πρέπει νά θεωρῆ τόν ἑαυτόν της ὑπερήφανον, γιατί στά χώματά της ἐμαρτύρησε ἕνας ἥρωας τῆς Πίστεως.
       Ὁλόκληρη ἡ Θεσσαλία, ἰδιαίτερα οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως τοῦ Τυρνάβου, πρέπει νά αἰσθάνωνται τιμή γιά τήν μεγάλη τιμή πού τούς ἔκανε ὁ Θεός νά ἀκουστῆ μιά ἡρωική ὁμολογία γιά τ᾿ Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν τόπο τοῦτον.
       Μιά τιμή, μά ταυτόχρονα καί μιά βαρειά κληρονομιά. Μιά κληρονομιά πού μέ εὐθύνη πρέπει νά σταθῆ μπροστά της ὁ λαός τοῦ Τυρνάβου.
       Μιά κληρονομιά πού ζητᾶ ἄξιους συνεχιστές στίς δύσκολες τοῦτες ἡμέρες πού περνᾶμε.
       Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ συνεχίζει τήν πορεία της μέσα στήν ἱστορία, μιά ἱστορία γραμμένη μέ αἷμα καί θυσίες ἡρωικές.
       Καί σήμερα ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ζητᾶ τούς ζωντανούς πιστούς. Καί σήμερα χρειάζεται τόν ἐνθουσιασμό πού κάθε σάπιο καί κακό θά κάψη, καί κάθε γνήσιο καί σωστό, λαμπρό θά ἀναδείξη.
       Καί γιά νά γίνουν ὅλ᾿ αὐτά, χρειάζεται καί τό μαρτύριο.
       Μαρτύριο κόπων καί θυσιῶν. Θυσιῶν ἀνέσεων καί ἐγωισμῶν.
       Μή διστάσωμε. Οἱ καιροί ἐπείγονται. Τό στεφάνι μᾶς ἀναμένει.
       Στεφάνι πού δέν φθείρει ὁ χρόνος. Στεφάνι ἀποκείμενο στόν οὐρανό.
       Μή ξεχνᾶμε τό αἷμα πού χύθηκε στά χώματα τοῦτα. Αἷμα πού δέν πρέπει νά πάη χαμένο.
       Εἴμαστε ἀπόγονοι ἡρώων καί μαρτύρων, καί πρέπει στήν πορεία τῆς ἱστορίας γιά μιά ἀκόμη φορά νά τό ἀποδείξωμε.
       Καί τώρα,
       εὐλαβικά ἄς σταθῆ ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά μας, στόν σήμερα τιμώμενο ἥρωα καί Μάρτυρα τῆς πίστεως, Ἅγιον Γεδεών, καί ὅλους ἐκείνους τούς Νεομάρτυρες πού δῶσαν τό αἷμα τους γιά τοῦ Χριστοῦ τήν πίστι τήν ἁγία.
       Καί σάν εὐχαριστήρια προσευχή, ἄς κρούσουν οἱ χορδές τῆς καρδιᾶς μας, τούς στίχους τοῦ Ποιητῆ:
       
«Πόσον αἷμα χύσατε, πρωτότοκοι ἀδελφοί μας!
       Θά σᾶς πῆ χίλιες φορές, τό εὐχαριστῶ ἡ ψυχή μας!».

Ἀρνίον Ἑστηκὸς...

Select language...
English  Greek  Spanish

π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος