Ἀρνίον Ἑστηκὸς ὡς Ἐσφαγμένον

arnion.gr

Ὁ ὁσιομάρτυς Γεδεών

 ΚΑΙ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΝ.

 

       Τύρναβος 1967
       Ἀφιεροῦται
       
Πρός τούς φιλοτίμως ἀγωνιζομένους τόν ἀγῶνα τόν καλόν Μαθητάς καί Μαθητρίας

       τῶν Μέσων καί Ἀνωτέρων Κατηχητικῶν Σχολείων τοῦ Γυμνασίου Τυρνάβου καί τόν
       Μαθητικόν Κύκλον Συμμελέτης Ἁγίας Γραφῆς
       ἀγάπης, ἕνεκεν
       Ὁ κατηχητής των
       Α.Γ.Μ. Πρεσβ.
       ΟΜΙΛΙΑ
       Ἐπί τῇ Ἱερᾷ Μνήμῃ
       τοῦ Ἁγίου Ὁσιομάρτυρος Γεδεών
       μαρτυρήσαντος τῇ 30 Δεκεμβρίου 1818
       ἐν Τυρνάβῳ

       «Χαίροις, τῶν Ὁσίων ὁ μιμητής
· χαίροις
       τῶν Μαρτύρων θιασώτης καί ζηλωτής· ἐν
       γάρ ἀμφοτέροις, νομίμως διαπρέψας, Ὁ
       σιομάρτυς ὤφθης, Γεδεών, ἔνθεος».
       Σεβασμιώτατε Ἅγιε Πάτερ,
       Ἀγαπητοί Συνεορτασταί,
       Ἡ σημερινή ἑορταστική ἐκδήλωσις πρός τιμήν τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Ὁσιονεομάρτυρος Γεδεών, ἀποδεικνύει μιά μεγάλη ἀλήθεια. Φανερώνει ὅτι ἡ πίστις καί ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ βασιλεύει στίς ἀνθρώπινες καρδιές, παρά τό πέρασμα εἴκοσι αἰώνων καί τό ἀσταμάτητο πετροβολητό πού οἱ ποικίλοι ἐχθροί καταφέρνουν.
       Μιά χειροπιαστή μαρτυρία, εἶναι ἡ ἀτέλειωτη σειρά Μαρτύρων καί Ἁγίων τῆς κάθε ἐποχῆς, καί τῆς ἐποχῆς μας, πού μᾶς θυμίζει ἐκεῖνο τό προφητικό τῆς Ἀποκαλύψεως πού ὅταν ἀνοίχθηκε ἡ πέμπτη σφραγίδα καί φάνηκαν κάτω ἀπό τό θυσιαστήριο τοῦ Θεοῦ οἱ ψυχές ἐκείνων πού ἐσφάγησαν γιά τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί τήν μαρτυρία τοῦ Ἰησοῦ, καί διεμαρτυρήθησαν γιά τό ἀδικοχαμένο αἷμα τους καί τήν ἀργοπορημένη ἀνάστασι τῶν σωμάτων τους, πῆραν τήν ἀπάντησι νά περιμένουν λίγο ἀκόμη ἕως ὅτου συμπληρωθῆ ὁ ἀριθμός κι᾿ ἐκείνων πού πρόκειται νά μαρτυρήσουν σάν κι᾿ αὐτούς. (Ἀποκ. ς΄ 9-11).
       Ἡ παρουσία, συνεπῶς, τῶν Μαρτύρων καί τῶν Ἁγίων στή σκηνή τοῦ κόσμου, θά συνεχίση νά γίνεται γιά νά δείχνη τήν πορεία τοῦ Χριστιανισμοῦ μέσα στούς αἰῶνες.
       Γεννιέται ὅμως τό ἐρώτημα: Ποιά εἶναι ἐκείνη ἡ πηγή πού ἀδιάκοπα καί ἀνεξάντλητα τροφοδοτεῖ τούς Μάρτυρες;
       Τί εἶναι ἐκεῖνο πού θαυμαστά τανύει τό νεῦρο τῆς πίστεως γιά μιά ὁλοκληρωμένη προσφορά;
       Εἶναι ἡ ἁγιότης.
       Τό μαρτύριο, εἶναι καρπός ἁγιότητος. Ποτέ κανείς δέν θά μπορέση νά δώση οὔτε μιά σταγόνα αἵματος γιά τό Χριστό ἄν προηγουμένως δέν ζήση τόν Χριστό. Ἡ βίωσις τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό μεγάλο θαῦμα προσφορᾶς τοῦ μαρτυρίου.
       Πρίν λάμψει μέ τό μαρτύριό του ὁ Ἅγιος Γεδεών, μαθήτευσε σαράντα ὁλόκληρα χρόνια στά θρανία τῆς ἀσκήσεως τῶν ἀρετῶν καί ἀθλήθηκε ὑποδειγματικά στό στάδιο τῶν ἀγωνισμάτων ἀποκοπῆς ἐλαττωμάτων καί παθῶν, στό Ἁγιορείτικο Μοναστήρι τοῦ Καρακάλλου.


       Α΄
       Τί εἶναι ἁγιότης;
       Εἶναι ἡ πραγματοποίησι τῆς δυνατότητος τοῦ «καθ᾿ ὁμοίωσιν». Νά φτάση ὁ ἄνθρωπος νά μοιάση τοῦ Θεοῦ. Στήν ἁγιότητα, συναντῶνται ὅλα τά νήματα τῶν ἠθικῶν διδασκαλιῶν τοῦ Εὐαγγελίου. Ἡ ἁγιότητα δέν εἶναι μιά ἀφηρημένη ἔννοια ἤ κάποιο ἠθικό βόλεμα τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά μιά ἀντικειμενική πραγματικότης. Τό ἀντικείμενό της εἶναι ὁ Θεός. Ὁ Θεός εἶναι ὁ ἅγιος, ὁ ἀπολύτως ἅγιος, ὁ ἀπείρως ἅγιος. Τό θαυμαστό ὅραμα τοῦ Ἡσαΐου μέ τό τριπλό ἀναφώνημα τῶν Σεραφείμ, αὐτό φανερώνει. (Ἥσ. ς΄Ι-ΙΙ).
       Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἡ ζωντανή εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, πλασμένη μέ ὅλη ἐκείνη τή δυνατότητα νά φτάση στό πρωτότυπό της, τό Θεό, σέ ὅλες τίς πτυχές τῆς ἁγιότητος.
       Τό κάλεσμα τοῦ ἀνθρώπου στήν ἁγιότητα ἀπό μέρους τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἐντολή βασική. Ὁλόκληρη ἡ εὐαγγελική διδασκαλία ὅπως ἀκούστηκε ἀπό τό στόμα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ, κλείνεται μέσα στήν ἐπιταγή: «Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειος ἐστιν»(Ματθ. ε΄48).
       Γιά νά ἐπαναληφθῆ ἀπό τούς Ἀποστόλους ὅτι «τοῦτό ἐστι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἁγιασμός ὑμῶν», «διώκετε...τόν ἁγιασμόν οὗ χωρίς οὐδείς ὄψεται τόν Κύριον» καί «ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγώ ἅγιος εἰμι» (Α΄Θεσ. δ΄3, Ἑβρ. ιβ΄14, Α΄Πέτρ. α΄16).
       Εἶναι τόσο σπουδαιοτάτη ἐντολή, ὥστε ὁ Ἀπ. Παῦλος νά τονίζη χωρίς περιστροφές ὅτι χωρίς τόν ἁγιασμό δέν πρόκειται νά δῆ κανείς πρόσωπο Θεοῦ.
       Ἡ ἁγιότης μέ τήν ἔννοια πού προσφέρεται ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, εἶναι ὁλότελα ξένη στόν ἀρχαῖο κόσμο. Εἶναι στοιχεῖο καινούργιο πού φέρει ὁ Χριστός στήν ἀνθρωπότητα γιά νά μεταβάλη τούς ἀνθρώπους σέ μιά καινούργια δημιουργία, ὅπως τό καινούργιο δυνατό κρασί ἀπαιτεῖ νέους ἀσκούς γιά νά μπῆ.
       Ἡ ἁγιότης ἔχει ὅλα τά στοιχεῖα ἐκεῖνα πού ὁδηγοῦν τόν ἄνθρωπο στή θέωσι. Καί ἡ θέωσις δέν εἶναι μερικές ἠθικές παραγγελίες ὅσο γιά νά μή κτυπήση ὁ χωροφύλακας τήν πόρτα σου, ἀλλά μιά ψυχοσωματική κατάστασι ὁλότελα διαποτισμένη ἀπό τήν ἁγιότητα καί τήν παρουσία τοῦ θείου. Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς, ἡ ἁγιότης δέν περιορίζεται μόνον στό συναίσθημα, ὅπως πολλοί νομίζουν τό θρησκευτικό βίωμα, ἀλλά ἐπεκτείνεται καί στή νόησι καί στή βούλησι.
       Καταλαμβάνει ὅλο τό κέντρο τῆς ἀνθρωπίνης προσωπικότητος καί δονεῖ ὅλες τίς ἐσώτατες χορδές τῆς ψυχῆς.
       Ἡ ἁγιότης παρουσιάζει δυό πόλους, δυό ἀντίθετα μεταξύ τους στοιχεῖα. Τό ἕνα παρουσιάζεται σάν «μυστήριον φρικτόν», πού προκαλεῖ τήν ἱερή φρίκη, τό εὐλαβικόν δέος. Τό ἄλλο, παρουσιάζεται σάν «μυστήριον θελκτικόν» πού δημιουργεῖ ἔξαρσι, ἕλξι καί εὐτυχία στήν ψυχή. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος νοιώση τήν μικρότητά του μπροστά στή θεία μεγαλειότητα, τότε ζῆ αἰσθήματα φόβου καί τρόμου. Ἀνάγλυφο τό βλέπουμε αὐτό τό αἴσθημα νά τό ζοῦν οἱ Ἑβραῖοι στή θέα τοῦ πυρπολουμένου Σινᾶ. Ἐκεῖ ἐμφανίζεται ὁ Θεός ὁ Παντοδύναμος, ὁ ἀπολύτως ἅγιος, ὁ Κύριος Σαβαώθ, ὁ ἀνέκφραστος, ὁ ἀπερινόητος, ὁ ἀόρατος, ὁ ἀκατάληπτος, ὁ «καθήμενος ἐπί θρόνου δόξης καί ἐπιβλέπων ἀβύσσους».
       Ταυτόχρονα ὅμως, ὁ Θεός εἶναι καί ὁ μεγάλος μαγνήτης πού ἑλκύει καί θέλγει τά δημιουργήματά του.
       Εἶναι ὁ «πατήρ», ὁ «ἐλεήμων καί οἰκτίρμων, μακρόθυμος καί πολυέλεος». Αὐτός πού τόσο ἀγαπᾶ τόν κόσμο, ὥστε ὁ Υἱός Του νά γίνεται ἄνθρωπος καί νά κατασκηνώνη ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους. Εἶναι ὁ Θεός τοῦ φωτός καί τῆς ἀγάπης, γιατί κατά τόν Ἰωάννη τόν Εὐαγγελιστή, «ὁ Θεός φῶς ἐστί» καί «ἀγάπη ἐστί»(Α΄Ἰωάν. Α΄5, δ΄8).
       Αὐτά τά δυό βιώματα σέ μιά συνύπαρξι τά ἔζησαν οἱ τρεῖς Μαθηταί, Πέτρος, Ἰάκωβος καί Ἰωάννης, στό ὄρος τῆς Μεταμορφώσεως. Ἐνῶ πέφτουν πρηνεῖς ἀπό τό φόβο, ταυτόχρονα δηλώνουν τήν ἐπιθυμία νά μείνουν ἐκεῖ γιά πάντα!
       «Τί εἶναι ἐκεῖνο», ἐρωτᾶ ὁ ἱ. Αὐγουστῖνος, «πού φωτίζει τήν καρδιά μου καί ταυτόχρονα τήν κτυπᾶ, χωρίς κἄν νά τήν βλάπτῃ; Τί εἶναι ἐκεῖνο πού φρικιῶ, μπροστά σ᾿ αὐτό καί ταυτόχρονα ἀναφλέγομαι; Φρικιῶ, ἀφοῦ εἶμαι ἀνόμοιος μ᾿ αὐτό, Πυρπολοῦμαι, ἀφοῦ εἶμαι ὅμοιος μ᾿ αὐτό».
       Αὐτό, λοιπόν, εἶναι ἡ ἁγιότης: Φόβος καί πόθος, ἄπωσις καί ἕλξις. Καί μέσα σ᾿ αὐτές τίς «πολωτικές» ἀντιθέσεις καλεῖται νά ζήση ὁ Χριστιανός τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ.


       
Β΄
       Ἡ ἁγιότητα ἀρχίζει μέ τήν ἀναγέννησι τοῦ ἀνθρώπου. Τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἐμπνέει στόν ἄνθρωπο τήν καινούργια ζωή πού τόν κάνει «καινήν κτίσιν». Τό ἔργο αὐτό γίνεται μέ δυό τρόπους: μέ τήν νέκρωσι καί τήν ζωοποίησι.
       Ἡ νέκρωσις εἶναι μιά ἀντίστροφη κίνησις ἀπό τόν κόσμο πρός τόν Χριστό. Ὁ κόσμος ἐσταύρωσε τόν Χριστό καί ὁ Χριστιανός ὀφείλει νά σταυρώση μέσα του τόν κόσμο. «Διά τοῦ σταυροῦ ἐμοί κόσμος ἐσταύρωται κἀγώ τῷ κόσμῳ», λέγει ὁ Ἀπ. Παῦλος, γιά νά γίνη αὐτή ἡ «σταύρωσις» ἐντολή: «Νεκρώσατε οὖν τά μέλη ὑμῶν τά ἐπί τῆς γῆς, πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμίαν κακήν καί τήν πλεονεξίαν» (Γαλ. ς΄14, Κολ. γ΄5).
       Ἡ ἁγιότητα εἶναι μιά πορεία διαρκοῦς νεκρώσεως τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος. Ὁ Ἀπ. Παῦλος πού ἔγραφε τά λόγια αὐτά, ἦταν πάνω ἀπό τά μειδιάματα καί τά συνοφρυώματα τοῦ κόσμου τούτου.
       Ὁ Ἅγιος Γεδεών γιά νά φτάση νά ἀναζητᾶ τήν νέκρωσι τοῦ σώματος μέσα στό μαρτύριο, προτύτερα εἶχε νεκρώσει τόν «κόσμο» μέσα του. Οἱ αἰσθήσεις του ἔπαψαν πιά νά ἀναζητοῦν τήν κοσμική ἱκανοποίησι. Εἶχε γίνει οὐρανοπολίτης πρίν ἀκόμη ἀφήσει τή γῆ.
       Ἡ νέκρωσις ὅμως αὐτή, πού ἀποτελεῖ τήν ἀρνητική ὄψι τῆς ἁγιότητος, προχωρεῖ καί στήν ζωοποίησι, γιά τήν ὁποία στέκεται καί βασική προϋπόθεσι. Ὁ ἄνθρωπος, σάν ψυχοσωματική ὀντότητα, γίνεται κατοικητήριο αὐτοῦ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Εἶναι βεβαίωσις αὐτοῦ τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ: «Ἐάν τις ἀγαπᾶ με, τόν λόγον μου τηρήσει, καί ὁ Πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα καί μονήν παρ᾿ αὐτῷ ποιήσομεν». Τότε αὐτός ὁ ἄνθρωπος, θά ἔχη γίνει «πηγή ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. ιδ΄23, δ΄14).
       Ἅγιος ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος πού ἔχει σέ κάθε στιγμή σ᾿ ὁποιαδήποτε συνθήκη τῆς ζωῆς κι᾿ ἄν βρίσκεται, τό φρόνημα τοῦ Θεοῦ. Σκέπτεται, ὅπως θά σκεπτόταν ὁ Θεός. Ἀποφεύγει κάθε ἁμαρτία καί τηρεῖ κάθε ἐντολή τοῦ Χριστοῦ. Αἰσθάνεται μέσα του ὅλη ἐκείνη τήν ἱερή τιμή μήπως δυσαρεστήση τόν Θεόν μέ κάτι πού Ἐκεῖνος δέν θά τό ἤθελε.
       Δέν σημαίνει ὅμως μ᾿ αὐτό ὅτι ἀπηλλάγη ἀπό τήν ἁμαρτία.
       «'Εάν εἴπωμεν, βεβαιώνει ὁ Εὐαγγ. Ἰωάννης, ὅτι ἁμαρτίαν οὐκ ἔχομεν, ἑαυτούς πλανῶμεν καί ἡ ἀλήθεια οὐκ ἔστι ἐν ἡμῖν» (Α΄Ἰωάν. α΄8).
       Γι᾿ αὐτό, ὁ Ἅγιος ἄνθρωπος θά ἀγωνίζεται πάντοτε νά φτάση τό αἰώνιο πρότυπό του, τόν Χριστό.
       Τόν διακρίνει, ἀκόμη, ἡ πραότητα, ἡ μακροθυμία, ἡ διακριτικότητα, ἡ ὑπομονή, ἡ ἀγαθή προαίρεσι, ἡ χαλιναγώγισι τῆς γλώσσης. Εἶναι ἐπιεικής, εὔκολα συγχωρεῖ καί μέ πολλή βραδύτητα, ἤ καί καθόλου, διεκδικεῖ αὐτά πού τοῦ ἀνήκουν.
       Ζεῖ τή ζωή τῆς ἐγκρατείας καί τῆς αὐταπαρνήσεως. Εἶναι ἐλεήμων καί γεμᾶτος ἀγάπη πρός ἐχθρούς καί φίλους. Ἔχει καθαρή καρδιά καί ζεῖ μέ βαθειά ταπείνωσι.
       Ὅλη του ἡ προσοχή βρίσκεται σέ πράγματα ἀνώτερα, καί ἔχει χαλαρούς δεσμούς μέ ὑποθέσεις γήινες. Χωρίς νά παραμελῆ ὅ, τι ἀναγκαῖο ὑπάρχει σέ τούτη τή ζωή, ἔχει ἐστραμμένο τό μάτι τῆς ψυχῆς του ἐκεῖ πού βρίσκεται φυλαγμένος ὁ θησαυρός τῆς καρδιᾶς του, στόν οὐρανό.
       Ὁ Ἅγιος ἄνθρωπος, τέλος, εἶναι ὁ πραγματικός ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ.


       
Γ΄
       Στήν ἐποχή πού ζοῦμε ὅμως, ἴσως προβληθῆ ἡ ἀπορία, μπορεῖ κανείς νά γίνη ἅγιος; Μήπως αὐτή ἡ σκιαγράφησι τοῦ ἁγίου ἀνήκει σέ περασμένες ἐποχές καί γιά παληές γενεές, ἐνῶ σήμερα τά πράγματα ἔχουν ἀλλάξει;
       Ὀρθά ἀπαντᾶ ὁ Ἅγιος Νικόδημος πάνω στό θέμα αὐτό, αὐτός πού ἔγραψε τό Μαρτυρολόγιο τῶν Νεομαρτύρων, ὅτι κάθε ἐποχή ἔχει τούς Μάρτυρές της καί τούς Ἁγίους της, γιά νά σταθοῦν οἱ ἀδυσώπητοι μάρτυρες κατηγορίας κατά τήν τελική κρίσι, γιά ἐκείνους πού διετείνοντο ὅτι ἡ ἁγιότητα ἦταν κάτι τό ξεπερασμένο γιά τήν ἐποχή τους.
       Εἶναι σαφής ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ πού γράφει ὅτι «χωρίς ἁγιασμοῦ οὐδείς ὄψεται τόν Κύριον»(Ἑβρ. Ιβ΄ 14).
       Ἄν ἡ ἁγιότητα εἶναι μιά ὑπόθεσι ξεπερασμένη, τότε καί τό Εὐαγγέλιο εἶναι παληό καί ξεπερασμένο. Κι᾿ ἄν τό Εὐαγγέλιο εἶναι ξεπερασμένο, τότε καί ἐκεῖνοι πού ἄθλησαν στήν πίστι καί στήν ἁγιότητα, ὅπως τή θέλει τό Εὐαγγέλιο, εἶναι ξεπερασμένοι.
       Κι᾿ ἄν ὅλ᾿ αὐτά εἶναι ξεπερασμένα, τότε καί ἡ σημερινή μας ἑορταστική συγκέντρωσι, εἶναι μιά καθαρή ἀνοησία. Τότε εἶναι συγκέντρωσις ἀνοήτων ἀνθρώπων. Ἀνθρώπων πού ζοῦν στό κατά συνθήκη ψέμα, στήν ἀπάτη καί στήν οὐτοπία.
       Ἀλλά δέν τό νομίζω αὐτό. Κι᾿ ἄν ἀκόμη ζοῦμε μακρυά ἀπό τήν ἁγιότητα, ὅμως διαισθανόμεθα τήν ἀνάγκη της. Κι᾿ αὐτή ἡ ἐσώτατη τῆς ψυχῆς μας ἀνάγκη μᾶς ἔφερε σήμερα ὄλους ἐδῶ.
       Ἄν ὅμως κανείς ὑποστηρίξη ὅτι ἡ ἁγιότητα ἀνήκει μόνον στούς λίγους, στούς μεγάλους, στούς ἐκλεκτούς, θά εἶχε νά ἀντιτάξη κανείς ὅτι τό Εὐαγγέλιο ἀποτείνεται πρός ὅλους, μικρούς καί μεγάλους, σπουδαίους καί ἀσήμους, γραμματισμένους καί ἀγραμμάτους. Ἡ ἁγιότητα εἶναι μιά βασική ἀνάγκη γιά νά μπῆ κανείς στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Κι᾿ ἄν κανείς μένη μόνον στό ἐπίπεδο τῆς πίστεως χωρίς νά περνᾶ καί στό ἐπίπε δο τῆς πράξεως, ἄς μάθη ὅτι «τό πιστεύειν καί τό πράττειν εἶναι ἐξ αἵματος συγγενεῖς».
       Ἴσως ἀκόμη ὑποστηριχθῆ ὅτι λίγοι θά σωθοῦν τότε.
       Ἀσφαλῶς ναί! Γιατί «στενή ἡ πύλη καί τεθλιμμένη ἡ ὁδός ἡ ἀπάγουσα εἰς τήν ζωήν καί ὀλίγοι εἰσίν οἱ εὑρίσκοντες αὐτήν»(Ματθ. ζ΄14).
       Λίγοι θά σωθοῦν, ὄχι γιατί λίγοι μποροῦν, ἀλλά γιατί λίγοι θέλουν νά σωθοῦν.
       Σκληροί αὐτοί οἱ λόγοι τοῦ Χριστοῦ, ἴσως ἀκόμη προστεθῆ. Εἶναι σκληροί μόνον γιά κείνους πού τό ἕνα τους πόδι βρίσκεται στό Χριστό καί μέ τό ἄλλο βαδίζουν στά θελήματα καί τίς ἐπιθυμίες τοῦ κόσμου. Εἶναι μόνον γιά κείνους πού ἔχουν διχασμένη τήν καρδιά καί νομίζουν ὅτι μποροῦν νά βολεύουν ὅπως – ὅπως Χριστό καί κόσμο μέσα σ᾿ αὐτήν. Χωρίς ὅμως νά τό καταλαβαίνουν, πρό πολλοῦ ὁ Χριστός ἔχει δραπετεύσει ἀπό τήν καρδιά τους καί τούς ἄφησε νά ζοῦν μέ μόνο τόν κόσμο. Μόνο γι᾿ αὐτούς, εἶναι σκληροί οἱ λόγοι αὐτοί τοῦ Χριστοῦ.
       Μερικοί ἀκόμη, μένουν εὐχαριστημένοι ἀπό ἕνα ἐπίχρισμα τυπολατρικῆς θρησκευτικότητος πού διαθέτουν. Μένουν εὐχαριστημένοι νά περιφέρωνται γύρω ἀπό τήν Ἐκκλησία καί τήν Μυστηριακή ζωή, σάν τό ὑποζύγιο πού περιφέρεται γύρω ἀπό τό μαγγανοπήγαδό του...
       Πόση πλάνη σ᾿ ἕνα τόσο ζωτικό θέμα τῆς ὑπάρξεώς μας!!!


       
Δ΄
       Ἀλλ᾿ ὄχι, ἀγαπητοί μου συνεορτασταί!
       Ἡ παρουσία μας ἐδῶ εἶναι ἕνα καλό σημάδι. Τουλάχιστον ἄς εἶναι ἡ ἀρχή, τό ἅγιο ξεκίνημα, ἡ ἱερή ἀνησυχία.
       Ἡ ἁγιότητα εἶναι ἡ μόνη πραγματικότητα τῆς ζωῆς. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι «γῆ καί σποδός». Εἶναι μιά ἀπάτη.
       Ἡ ἁγιότητα εἶναι τό φῶς πού τόσο ἔχει ἀνάγκη σήμερα ὁ σκοτεινός μας κόσμος.
       Ἡ ἁγιότητα εἶναι τό ἁλάτι, πού θά δώση νόημα στή ζωή τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλοιώτικα, ἡ ζωή εἶναι μιά κωμωδία, τραγική στό βάθος καί βλακώδης στήν ἐπιφάνεια.
       Ἡ ἁγιότητα εἶναι, ἀκόμη, τό φάρμακο πού ἔχει ἀνάγκη ὁ κόσμος γιά νά γιατρέψη τίς ἀνοικτές καί αἱμορροοῦσες πληγές του.
       Ἡ εἰρήνη καί ἡ ἀσφάλεια γιά νά μᾶς ἔλθουν, πρέπει νά ἐξασφαλισθῆ ἡ ἁγιότητα.
       Ἡ εὐτυχία γιά νά ἐγκαθιδρυθῆ, ἀπαιτεῖ τήν ἁγιότητα.
       Ὁ κόσμος χόρτασε ἀπό σοφούς, ἐνῶ λιμοκτονεῖ ἀπό ἁγίους.
       Τό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως κάνει ἕνα ἀποφασιστικό ξεκαθάρισμα:
       Ἄν ἀποφάσισες νά μείνης στό ρύπο τῆς ἁμαρτίας, μεῖνε, καί φρόντισε νά γίνης ρυπαρώτερος. «Ὁ ρυπαρός ρυπαρευθήτω ἔτι».
       Ἄν ὅμως ἀποφάσισες νά μείνης ἅγιος, πρέπει ἀκόμη νά ἁγιασθῆς. «Καί ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι» (Ἀποκ. κβ΄11).
       Ἡ ἁμαρτία, ὅπως καί ἡ ἁγιότητα, δέν εἶναι στατικές καταστάσεις, ἀλλά δυναμικές. «Ἰδού ἔρχομαι ταχύ», προειδοποιεῖ ὁ Κύριος, «καί ὁ μισθός μου μετ᾿ ἐμοῦ, ἀποδοῦναι ἑκάστῳ ὡς τό ἔργον ἔσται αὐτοῦ» (Ἀποκ. κβ΄12).
       Αὐτά τά τελευταῖα λόγια τοῦ Χριστοῦ, τά τόσο ἀποφασιστικά γιά τήν αἰωνιότητα, ὤρθωσαν τό πνευματικό ἀνάστημα ἑνός Ἁγίου Γεδεών καί τοῦ ἀτσάλωσαν τή θέλησι γιά ἁγιότητα καί γιά μαρτύριο.
       Ὁ Ἅγιος Ὁσιονεομάρτυς Γεδεών, γιά τήν ἐποχή μας καί γιά τόν τόπο τοῦτο, στέκεται ἕνα πελώριο ὁρόσημο ἁγιότητος.
       Κάθε εὐλαβική καρδιά ἄς δοξάση τόν Θεό κι᾿ ἄς τιμήση τόν Μάρτυρα.
       Κάθε ἐγκώμιο καί κάθε ἔπαινος τοῦ ἀνήκει.
       Ὦ ναί! Τοῦ ἀνήκει!
       Μόχθον οὐχ ὑπελόγισας
       ἐχθρούς συγκόπτων
·
       ἔνδοθεν δεσμούς δεσμεύων
       καί τάς ἐπιδρομάς τῶν ἔξωθεν ἐχθρῶν
       ὡς ἀδάμας ὑπέμεινας.
       ἐχάλκευσας τό σκεῦος σου
       ἵνα Κυρίῳ αὐτό παραστήσῃς,
       διό τῶν ἀγώνων σου
       οὐ παρεῖδεν ὁ Κύριος,
       Ἅγιε
       Γεδεών
       Ὁσιονεομάρτυς.

Ἀρνίον Ἑστηκὸς...

Select language...
English  Greek  Spanish

π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος