Ἀρνίον Ἑστηκὸς ὡς Ἐσφαγμένον

arnion.gr

Ποιμαντικαί προτροπαί ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ θεοφόρου

κατά τήν πρός ἅγ. Πολύκαρπον ἐπιστολήν.

 


       Εἰσήγησις
       γενομένη ὑπό τοῦ Ἀρχιμ. Ἀθαν. Μυτιληναίου
       εἰς Α΄Ἱερατικόν Συνέδριον

       Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λαρίσης καί Πλαταμῶνος
       ἐν τῷ Πνευματικῷ Κέντρῳ
       τοῦ Ἱ. Ν. Ἁγίων Μ΄ Μαρτύρων ἐν Λαρίσῃ τῇ 22ᾳ Σεπτεμβρίου 1969.

       Σεβασμιώτατε Ἅγιε Δέσποτα,
       Σεβαστοί Ἅγιοι Πατέρες,
       Εἶναι ἀρχαιοτάτη, καί μάλιστα ἀποστολική ἡ συνήθεια, συνάξεων τῶν Ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας.
       Ὁ Ἀπ. Παῦλος, παραπλέων τάς ἀκτάς τῆς Μ. Ἀσίας καί κατευθυνόμενος πρός Ἱεροσόλυμα, παρά τόν ὀλίγον χρόνον πού εἶχε εἰς τήν διάθεσίν του, δέν παραλείπει νά μετακαλέση τούς Πρεσβυτέρους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐφέσου εἰς τήν Μίλητον, καί μέσα εἰς μίαν ἄκρως συγκινητικήν καί θερμήν ἀτμόσφαιραν νά ἀποτείνη τάς τελευταίας του ποιμαντικάς προτροπάς (Πρβλ. Πράξ. κ΄16-38).
       Τήν συνήθειαν αὐτήν, ὡς μίαν ἀνάγκην ἀπόλυτον διά τήν ἀναζωπύρωσιν τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου τῶν ποιμένων συνεχίζει καί σήμερον ἡ Ἐκκλησία διά τῶν τοπικῶν Ἱερατικῶν Συνεδρίων καί Συνάξεων.
       Καί πράγματι!
       Ποῖος ἐκ τῶν ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας δέν θά ἠσθάνετο τήν ἀνάγκην τῆς τονώσεως τοῦ ἱερατικοῦ του χαρίσματος τό ὁποῖον ἔλαβε κατά τήν φρικτήν ἐκείνην ὥρα τῆς χειροτονίας του; (Πρβλ. Α΄Τιμ. δ΄14).
       «Λάβε τήν παρακαταθήκην ταύτην καί φύλαξον αὐτήν μέχρι τῆς Δευτέρας τοῦ Κυρίου Παρουσίας, ὅτε παρ᾿ αὐτοῦ μέλλεις ἀπαιτεῖσθαι αὐτήν» (Ἐκ τοῦ Μ. Εὐχολογίου).
       Τήν Παρακαταθήκην.
       Αὐτό τό Τίμιον Σῶμα τοῦ Ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ!
       Αὐτό τό Τίμιον τοῦ Χριστοῦ Σῶμα, ἅπλωσε κάθε Ποιμήν τῆς Ἐκκλησίας, τά χέρια του, τήν ὥραν ἐκείνην, διά νά κρατήση.
        Αὐτό τό Τίμιον Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὑπέρ τοῦ ὁποίου ἕνας Ἀπόστολος Παῦλος ἔπασχε, καί πού δέν εἶναι ἄλλο ἀπό αὐτήν τήν ἰδίαν τήν Ἐκκλησίαν (Πρβλ. Κολασ. α΄24).
       Ἐκ βαθέων θά συμβουλεύση ἀργότερα ὁ ἴδιος Ἀπόστολος τόν Τιμόθεον, πού στό βάθος τήν Ἐκκλησίαν ἐννοοῦσε, ὅταν τοῦ ἔγραφε: «Ὦ Τιμόθεε, τήν παρακαταθήκην φύλαξον» (Α΄Τιμ. στ΄20).
       Αὐτήν τήν Παρακαταθήκην, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησίαν, ἔρχεται νά μᾶς παραδώση καί ἐμπιστευθῆ διά τῆς Ἐκκλησίας καί ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, Αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Χριστός.
       Ὦ Σεβαστοί Πατέρες!
       Μέγα τό Μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας!
       Ἐκεῖνος πού κατενόησε ὅτι ὄντως εἶναι Μέγα τό Μυστήριον αὐτό, μετά τό Μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἐκεῖνος δύναται πάντοτε μέ δέος νά ἀνταποκρίνεται καί πρός τάς ἀπαιτήσεις αὐτοῦ (Πρβλ. Α΄Τιμ. γ΄16).
       Πῶς ὅμως θά ἠμπορέσωμεν νά ἀνταποκριθῶμεν εἰς τάς βαρυτάτας ποιμαντικάς ἀπαιτήσεις τῆς Ἐκκλησίας;
       Ἕνας ἐκ τῶν πολλῶν τρόπων εἶναι καί ὁ καθρεπτισμός μας εἰς τάς ποιμαντικάς προτροπάς τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας.
       Ἡ Παλαιά Διαθήκη, καί ἰδιαιτέρως οἱ Προφῆται, παρέχουν ζωηρωτάτας εἰκόνας καί προτροπάς πρός τούς ποιμένας.
       Ἡ Καινή Διαθήκη ἔχει ποιμαντικόν πλοῦτον πολύν, ἐγκατεσπαρμένον εἰς τάς σελίδας της. Ὅλως ὅμως ἰδιαιτέρως, ὡς ποιμαντικόν θησαυροφυλάκιον, ἔχει τάς δύο Ἐπιστολάς πρός Τιμόθεον καί τήν πρός Τίτον, τοῦ Ἀπ. Παύλου.
       Ἐπεξεργασίαν καί ἀνάπτυξιν τοῦ ἁγιογραφικοῦ ποιμαντικοῦ τούτου πλούτου, ἀποτελεῖ ἡ πατερική παράδοσις.
       Ὡς ἕν ἐκ τῶν πρώτων πατερικῶν ποιμαντικῶν ἔργων, δύναται νά θεωρηθῆ ἡ πρός Πολύκαρπον Ἐπιστολή τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, γραφεῖσα τό 107 μ.Χ. καί ὑπό συνθῆκας ἄκρως μαρτυρικάς, ὅταν ἤδη δέσμιος ὁ Ἅγιος Πατήρ ὡδηγεῖτο πρός Ρώμην διά νά ριφθῆ εἰς τά θηρία.
       Ἡ ἐπιστολή του αὐτή, ἄν καί γραφεῖσα εἰς ἐμπερίστατον κατάστασιν, ἀποτελεῖ ἀπόσταγμα πλουσίας ποιμαντικῆς πείρας.
       Μικρά εἰς ἔκτασιν ἀλλά μεστή εἰς ποιμαντικάς προτροπάς, ἔρχεται, τόσον διά τήν ἀρχαιότητα, ὅσον καί διά τό ἅγιον περιεχόμενόν της, νά σταθῆ παραπλεύρως καί ἰσαξία πρός τάς τρεῖς τοῦ Ἀπ. Παύλου ποιμαντικάς Ἐπιστολάς.
       «Θά ἠδυνάμην νά χαρακτηρίσω τήν Ἐπιστολήν ταύτην τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου, γράφει ἕνας σύγχρονος συγγραφεύς, ὡς τό τέταρτον ποιμαντορικόν εὐαγγέλιον μετά τάς δύο πρός Τιμόθεον καί τήν πρός Τίτον ποιμαντορικάς ἐπιστολάς τοῦ Ἀπ. Παύλου».
       Ἀπό τήν θαυμασίαν αὐτήν ἐπιστολήν, ἀνασύροντες αὐτήν ἀπό τήν λήθην τοῦ χρόνου, θά προσπαθήσωμεν νά σκιαγραφήσωμεν τάς ποιμαντικάς ἀρετάς της, καί ἐξ αὐτῶν νά ἀντλήσωμεν σύνεσιν, ὑπόμνησιν καί παρακίνησιν διά νά διατηρῶμε πάντοτε ἀκμαῖον καί καρποφόρον τό ποιμαντικόν μας ἔργον.

       «Ἰγνάτιος, ὁ καί Θεοφόρος, Πολυκάρ-
       πῳ ἐπισκόπῳ Ἐκκλησίας Σμυρναίων,
       μᾶλλον ἐπισκοπημένῳ ὑπό Θεοῦ Πατρός
       καί Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, πλεῖστα
       χαίρειν».
       
Ἰγνάτιος, ὁ ἀποκαλούμενος καί Θεοφόρος, πρός τόν Πολύκαρπον, τόν ἐπίσκοπον τῆς Ἐκκλησίας τῶν Σμυρναίων, πού πολύ τόν ἐπισκοπεῖ ὁ Θεός Πατήρ καί ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, τούς πολλούς μου χαιρετισμούς.
       Ἀλληλογραφία μεταξύ δύο διακεκριμένων Ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας.
       Πόσην ἀγάπη προδίδει τό προοίμιον τῆς Ἐπιστολῆς!
        Δέν εἶναι μικρόν πρᾶγμα νά γράφη ἕνας ὥριμος Ποιμήν, πρός ἄλλον ἐξ ἴσου ὥριμον Ποιμένα, ποιμαντικάς ἐπιστολάς πού νά τοῦ ὑπενθυμίζη τήν πορείαν πλεύσεως τοῦ σκάφους τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἐγωισμοί συγκρούονται ἐν προκειμένῳ. Ἐν τούτοις, ἐδῶ εἶναι ἀδιανόητος ὁ ἐγωισμός.
       Ἡ ταπεινοφροσύνη γεννᾶ τήν ἀνάγκην τῆς ἀνακοινωτικότητος καί τῆς ἀνταλλαγῆς πείρας.
       Αἰσθάνεται κανείς μέσα ἀπό τάς λέξεις τοῦ προοιμίου, ὅπως καί ἀπό ὁλόκληρον τήν Ἐπιστολήν, νά ἀποπνέη ἡ εὐωδία τῆς ἀγάπης μεταξύ τῶν δύο Ποιμένων, καί τῆς ἐν Κυρίῳ κοινωνίας αὐτῶν (Πρβλ. Πράξ. β΄42).
       Ὁ συγγράφων τήν ἐπιστολήν, Ἅγιος Ἰγνάτιος, ἀποκαλεῖ τόν ἑαυτόν του, Μαθητήν. Ἀλλά καί ὁ παραλήπτης τῆς Ἐπιστολῆς, Ἅγιος Πολύκαρπος, θεωρεῖται μαθητής, ὡς ἀποδεχόμενος τάς ποιμαντικάς προτροπάς τοῦ πρώτου.
       Τό πνεῦμα τῆς μαθητείας!
       
Αὐτό εἶναι τό πρῶτον καί βασικόν στοιχεῖον πού πρέπει νά διακρίνη τόν καλόν Ποιμένα τῶν ψυχῶν.
       Οὐδέποτε νά λέγη ὅτι κατεστάθη σοφός καί συνεπῶς, δέν ἔχει πλέον ἀνάγκην ἄλλοθεν συμβουλῶν ἤ μελέτης.
       Ὁ ἀληθῶς σοφός, εἶναι ἀληθῶς ταπεινόφρων.
       Τό ταμεῖον τῆς πείρας οὐδέποτε πληροῦται.

       Ὅσον πλουσιωτέρα καθίσταται, τόσον περισσότερον αἰσθάνεται ὁ κάτοχός της τά ἀπέραντα κενά πού τόν διακρίνουν. Τό πνεῦμα τῆς ἰσοβίου μαθητείας, εἶναι βασική προϋπόθεσις διά τήν καλλιέργειαν τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου.
       Καί τήν ἀνάγκην καλλιεργείας αὐτοῦ τοῦ ἔργου, τότε μόνον ἠμποροῦμεν νά βυθομετρήσωμεν, ἄν ἀναζητήσωμεν τόν σκοπόν τῆς ποιμαντικῆς.
       Καί ὁ σκοπός τῆς ποιμαντικῆς, ἤδη ἐκ προοιμίων τίθεται ὑπό τοῦ Ἁγίου Πατρός: «παρακαλῶ σε ἐν χάριτι,
ἐνδέδυσαι.... πάντας παρακαλεῖν ἵνα σώζωνται».
       Σέ παρακαλῶ, εἰς τήν χάριν πού εἶσαι ντυμένος, ὅλους νά τούς παρακαλῆς νά φροντίζουν νά σωθοῦν.
       Ἡ σωτηρία!
       Ἐκεῖ πρέπει νά ἀποβλέπη τό ποιμαντικόν ἔργον: εἰς τήν σωτηρίαν.
       Ὁ Χριστιανισμός εἶναι σωτηρία. Καί σωτηρία σημαίνει γνῶσις Θεοῦ. Καί γνῶσις Θεοῦ εἶναι ἕνωσις ἀνθρώπου καί Θεοῦ. (Πρβλ. Ἰωάν. ιζ΄ 3, Α΄Ἰωάν. γ΄ 2, Ἰωάν. ς΄53-58).
       Ἄν τό ποιμαντικόν μας ἔργον δέν ἀποβλέπει εἰς αὐτόν τόν προκαθορισμένον σκοπόν, τότε, δύναται μέν νά χαρακτηρισθῆ ὡς ἠθικόν καί κοινωνικόν ἔργον, ἀλλ᾿ οὐδέποτε ὡς χριστιανικόν ποιμαντικόν ἔργον.


       Καί ἠθικά καί κοινωνικά ἔργα ἐπιτελοῦν πολλοί, εὑρισκόμενοι ἔξω τοῦ περιβόλου τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ᾿ οὐδέποτε ἐργάζονται ἔργον σωτηρίας εἰς ὅλην αὐτῆς τήν πνευματικήν διάστασιν.
       Καί ἐρωτῶμεν: Εἶναι μικρόν τό ἔργον τῆς σωτηρίας;
       «Πάντων ἐστί χαλεπώτατον ψυχῶν ἐπιμέλεια» γράφει ὁ Ἅγιος Νεῖλος ὁ Σιναΐτης.
       Ἄν, συνεπῶς, τό ἔργον τῆς σωτηρίας πού συμπίπτει μέ τόν σκοπόν τῆς ποιμαντικῆς, εἶναι μοναδικῶς μέγα ἔργον, τότε ἀσφαλῶς καί τό ποιμαντικόν ἔργον πού καλεῖται νά ἐπιτελέση ὁ Ποιμήν, εἶναι ἀληθῶς μέγα.

       
Βασική προϋπόθεσις διά τήν ὁμαλήν ἐνάσκησιν τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου, εἶναι ἡ ἀπόλυτος πειθαρχία πού πρέπει νά διέπη τάς σχέσεις ποιμένος καί ποιμενομένων. Οὐδέποτε οἱ ποιμενόμενοι πρέπει νά πράττουν κάτι ἄνευ τῆς γνώμης τοῦ Ποιμένος.
       Εἶναι μία κεντρική ἰδέα τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου πού συναντᾶται πυκνώτατα εἰς τάς ἐπιστολάς του.
       Τό μυστικόν τῆς ἐπιτυχίας τῆς πειθαρχίας τῶν ποιμενομένων εὑρίσκεται εἰς τήν πειθαρχίαν τοῦ ποιμένος εἰς τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
       «Μηδέν, ἄνευ γνώμης σου γινέσθω, μηδέ σύ ἄνευ γνώμης Θεοῦ τι πρᾶσσε».
       Τίποτα νά μή γίνεται χωρίς τήν γνώμην σου. Μήτε σύ νά πράττης κάτι χωρίς τήν γνώμην τοῦ Θεοῦ.
       Πάντοτε πρέπει νά ἐρωτᾶ ὁ ποιμήν προκειμένου νά ἐπιβάλη μίαν γνώμην του εἰς τό ποίμνιον: «Αὐτό θά τό ἐπέβαλλε ὁ Θεός;» «Θά τό ἤθελε ὁ Θεός;» «Θά ὠφελήση αὐτήν τήν ψυχήν;» «Θά οἰκοδομήση τήν Ἐκκλησίαν;»
       Κριτήριον ποιμαντικοῦ ἔργου θά εἶναι πάντοτε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ τό ἀποβλέπον εἰς τόν σκοπόν τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου πού εἶναι ἡ σωτηρία.
       Ὁ ποιμήν διά νά ἐξασφαλίση αὐτήν τήν πειθαρχίαν, πρέπει νά ἵσταται μεταξύ Θεοῦ καί ποιμενομένων καί νά ἐκφράζη ἀνοθεύτως τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ζῶν ὁ ἴδιος ὡς ἀπολύτως ποιμενόμενος ὑπό τοῦ Θεοῦ. Νά μπορῆ νά λέγη ἀνά πᾶσαν στιγμήν: «Κύριος ποιμαίνει με». (Ψαλμ. Κβ΄1).
       Ἔκφρασις τῆς ἀπολύτου ὑποταγῆς τοῦ ποιμένος εἰς τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ ἐπιμελημένη ἐνάσκησις τῶν ἱερατικῶν του καθηκόντων. «Ἐκδίκει σου τόν τόπον ἐν πάσῃ ἐπιμελείᾳ σαρκικῇ τε καί πνευματικῇ».
       Κάνε τήν ἀποστολήν σου μέ κάθε ἐπιμέλειαν σωματικήν καί πνευματικήν.
       Ἄν ἐξασφαλισθῆ αὐτή ἡ βασική προϋπόθεσις, τότε δύναται νά σταθῆ ὡς ἀληθής ποιμήν ἐνώπιον τοῦ ποιμνίου του.
       Τότε, «καί τά πρόβατα τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούει... ὅτι οἴδασι τήν φωνήν αὐτοῦ» (Ἰωάν. ι΄3,4).
       Ὁ ἀληθής ποιμήν φροντίζει πάντοτε νά διατηρῆ τήν ἑνότητα τοῦ λογικοῦ του ποιμνίου.
       «Τῆς ἑνώσεως φρόντιζε ς οὐδέν ἄμεινον».
       Φρόντιζε διά τήν ἑνότητα ἀπό τήν ὁποίαν τίποτα καλλίτερον δέν ὑπάρχει.
       Εἰς τήν ἑνότητα ὑπάρχει ἡ ἰσχύς καί τά δημιουργικά ἔργα. Ἄν τό ποίμνιον εἶναι ἠνωμένον, τότε κυριολεκτικά μεγαλουργεῖ. Ἐκεῖνο πού θά τό ἑνώνη, θά εἶναι ἡ ἀγάπη καί ἡ ἀνοχή: «Πάντων ἀνέχου ἐν ἀγάπῃ,», «πάντων τάς νόσους βάσταζε», «πάντας βάσταζε».
       Ἡ ἑνότης καί ἡ ἀγάπη ὑπάρχει εἰς τάς πυκνάς πνευματικάς συγκεντρώσεις, δι᾿ αὐτό συνιστᾶ ὁ Ἅγιος Πατήρ, πυκνότερον συναγωγαί γινέσθωσαν» (Πρβλ. Ἑβρ. ι΄25).
       Αἱ συγκεντρώσεις αὐταί, θά εἶναι μεικτοῦ περιεχομένου. Ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς, εἰς ἕνα καί μόνον στίχον μᾶς τό περιγράφει: «ἦσαν δέ, προσκαρτεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν ἀποστόλων καί τῇ κοινωνίᾳ καί τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καί ταῖς προσευχαῖς» (Πράξ. β΄42).
       Τέσσαρα στοιχεῖα θά ἀποτελοῦν τό περιεχόμενο τῶν συνάξεων:
       α΄ Τό διδακτικόν, μέ τάς ὁμιλίας, τόσον κατά τήν Θείαν Λειτουργίαν, ὅσον καί τάς ἀπογευματινάς, τούς Κύκλους Συμμελέτης Ἁγίας Γραφῆς καί τήν Κατήχησιν.
       β΄ Τό
Εὐχαριστιακόν, μέ τάς ὑποδειγματικάς, προσεγμένας καί κατανυκτικάς Θείας Λειτουργίας.
       γ΄
Τό λατρευτικόν, (ἄν καί τό λατρευτικόν συνδέεται ἀπολύτως μέ τό εὐχαριστιακόν) μέ τήν ὑποδειγματικήν προσφοράν πάσης ἐκκλησιαστικῆς Ἀκολουθίας καί Προσευχῆς (Ἑσπερινός, Ὄρθρος, Παράκλησις, Ἁγιασμός, Ὕψωμα, κ.λ.π.) Καί τέλος,
       δ΄
Τό κοινωνικόν. Τό τελευταῖον εἶναι πάντοτε καρπός τῶν τριῶν πρώτων.
       Σήμερον οἱ πιστοί προσέρχονται εἰς τόν Ναόν διά νά ἐπιτελέσουν καί φανερώσουν τό Μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῷ Μυστηρίῳ τῆς Θείας Εὐχαριστίας, πού εἶναι Μυστήριον κοινωνίας καί ἑνότητος ὀργανικῆς τόσον μετά τοῦ Χριστοῦ ὅσον καί μέ τά μέλη του πού εἶναι οἱ πιστοί, καί παραμένουν τελείως ξένοι καί ἀδιάφοροι, ἀκόμη καί ἐχθρικῶς διακείμενοι μεταξύ των. Ἕνα ἐνδεικτικόν παράδειγμα:
       Μετά τό πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας, τελεῖται μνημόσυνον ὑπέρ ἑνός κεκοιμημένου ἀδελφοῦ καί ἤδη μετατεθέντος ἀπό τῆς Στρατευομένης εἰς τήν θριαμβεύουσαν Ἐκκλησίαν.
       Ποῖοι ἐκ τοῦ ἐκκλησιάσματος μένουν εἰς τό Μνημόσυνον;
       Οἱ συγγενεῖς καί φίλοι τοῦ κεκοιμημένου. Οἱ λοιποί;
       Ἀναχωροῦν. Διατί; Τό Μνημόσυνον εἶναι ὑπόθεσις ἰδιωτική ἤ δημοσία καί ἐκκλησιαστική, ἀφορῶσα εἰς ὁλόκληρον τήν Ἐκκλησίαν;
       Ἕν μέλος τῆς Ἐκκλησίας ἀπερχόμενον τοῦ κόσμου τούτου ἐνδιαφέρει μόνον τούς συγγενεῖς καί φίλους καί ὄχι ὁλόκληρον τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας; Ὁ θάνατος ἑνός πιστοῦ, διά τούς λοιπούς πιστούς, εἶναι θέμα ξένον ἤ οἰκεῖον;
       Τί φανερώνει αὐτό; Ὅτι σήμερον λείπει τό πνεῦμα τῆς ἀληθοῦς κοινωνίας ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Καί λείπει, διότι κατά μέγα μέρος ὀφείλεται εἰς τήν ἄγνοιαν τῆς θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ κοινωνία αὐτή εἶναι ἡ ἀγάπη ἡ πληροῦσα τάς καρδίας τῶν πιστῶν καί συντηροῦσα τήν ἑνότητα καί τήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ «παροξυσμός ἀγάπης» καί ἡ «ἐκτενής ἀγάπη», εἶναι τά δύο χαρακτηριστικά γνωρίσματα πού διατηροῦν τήν «κοινωνίαν τῶν ἁγίων» ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ (Α΄Πέτρ. Δ΄ 8, Ἑβρ. Ι΄ 24).
       Ὅλα αὐτά τά ἀγαθά ἀποφέρονται εἰς τάς «πυκνάς συναγωγάς» τῶν πιστῶν.
       Καί τά τέσσαρα στοιχεῖα, πρέπει νά ἀποτελοῦν ἕνα ἁρμονικόν ὅλον. Οἱ ἑτερόδοξοι μᾶς κατηγοροῦν ὅτι τονίζομεν τό λατρευτικόν στοιχεῖον (ἐνῶ πραγματικά αὐτό εἶναι τό κύριον καί ἕνας πρωτεύων σκοπός τοῦ διδακτικοῦ), καί παραβλέπομεν τό διδακτικόν. Ἀντιθέτως, καί μάλιστα ὁ Προτεσταντισμός, τονίζει τό διδακτικόν καί παραμερίζει τό λατρευτικόν. Ἡ Ὀρθοδοξία, εὑρίσκεται εἰς τήν ἁρμονικήν τοποθέτησιν κατά σχῆμα τετράγωνον, καί τῶν τεσσάρων αὐτῶν στοιχείων.
       Ἀπό τῆς παρατηρητικότητος τοῦ καλοῦ ποιμένος, οὐδέποτε διαφεύγει αὐτή ἡ σπουδαιοτάτη ἀλήθεια.

       Ἕνα κύριον μέλημα τοῦ ποιμένος, εἶναι ἡ οἰκογένεια.
       Σήμερον, τά θεμέλια τῆς οἰκογενείας ἀπειλοῦνται σοβαρῶς. Τό κοσμικόν πνεῦμα, ἡ ἀστική νοοτροπία τῆς ζωῆς, ὁ «σεκουλαρισμός», τό πνεῦμα δηλαδή ἐκεῖνο, πού καθιστᾶ τούς Χριστιανούς μας νά ζοῦν μόνον εἰς τόν «νῦν αἰῶνα» ὡς νά μή ὑπάρχη «μέλλων αἰών», ἡ μόδα, ὁ μιμητισμός, ἡ ὑλιστική θεώρησις τῆς ζωῆς, ἡ τόσον ἀφθόνως διά τοῦ τεχνικοῦ πολιτισμοῦ βοηθουμένη, εἶναι μερικά ἀπό τά ρεύματα πού ἀπειλοῦν τήν οἰκογένειαν.
       Ἡ οἰκογένεια μέ τά σύγχρονα προβλήματά της, ὀφείλει νά γίνη ἀντικείμενον μελέτης, στοργῆς καί ἀγάπης περισσῆς, τοῦ ποιμένος.
       «Ταῖς ἀδελφαῖς μου προσλάλει, παρακαλεῖ ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος διά τάς συζύγους, ἀγαπᾶν τόν Κύριον, καί τοῖς συμβίοις ἀρκεῖσθαι σαρκί καί πνεύματι». Καί στρέφων τό ἐνδιαφέρον του πρός τούς συζύγους, συμπληρώνει: «καί τοῖς ἀδελφοῖς μου παράγγελλε ἐν ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀγαπᾶν τάς συμβίους ὡς ὁ Κύριος τήν Ἐκκλησίαν».
       Πρέπει νά ἀποτελῆ θέμα τῆς Ἐκκλησίας ὁ γάμος, καί ὄχι μόνον θέμα τῶν ἐνδιαφερομένων.


       Συνιστᾶ, «μετά γνώμης τοῦ ἐπισκόπου τήν ἕνωσιν ποιεῖσθαι, ἵνα ὁ γάμος ἦ κατά Κύριον καί μή κατ᾿ ἐπιθυμίαν
· πάντα εἰς τιμήν Θεοῦ γινέσθω».
       Ἡ ἕνωσις τοῦ γάμου νά γίνεται κατόπιν γνώμης τοῦ Ἐπισκόπου, ὥστε νά εἶναι σύμφωνα μέ τήν θέλησιν τοῦ Κυρίου καί ὄχι σύμφωνα μέ τήν κοσμικήν ἐπιθυμίαν τῶν ἐνδιαφερομένων. Τά πάντα νά γίνωνται πρός τιμήν τοῦ Θεοῦ.
       Οἱ πνευματικοί ἄνθρωποι πάντοτε ἐρωτοῦν τόν Πνευματικόν τους Ποιμένα διά τήν τόσον σπουδαίαν ὑπόθεσιν τοῦ γάμου των. Ἔτσι καί μόνον ἀποφεύγονται τά διαζύγια καί ἡ δυστυχία μέσα εἰς τήν οἰκογένειαν.
       Χωρίς ὁ ποιμήν νά ἀναμιχθῆ εἰς τήν διαδικασίαν τῶν συνοικεσίων ὀφείλει νά προσφέρη εἰδικήν ἐργασίαν ἐπί τοῦ τομέως τοῦ γάμου εἰς τούς ὑποψηφίους διά τό Μυστήριον αὐτό. Μέ πολλήν ὑπομονήν, ἐνδιαφέρον, ἐπιμέλειαν καί διάκρισιν θά τούς ὑποδείξη τήν σύστασιν τῆς νέας ἐν τῷ γάμῳ κοινωνίας, ὡς κοινωνίας ἐν Κυρίῳ καί ὡς «κατ᾿ οἶκον ἐκκλησίας».
       Ἀκόμη ἔχει νά φροντίση καί δι᾿ ἐκείνους πού ὁ θάνατος διέλυσε τήν οἰκογένειαν: «Χῆραι μή ἀμελήσθωσαν
· μετά τόν Κύριον, σύ αὐτῶν φροντιστής ἔσο».
       Ἐκεῖνο πού μᾶς κάνει ἰδιαιτέραν αἴσθησιν εἰς τήν ἐπιστολήν τοῦ Ἁγ. Ἰγνατίου εἶναι ἡ χρῆσις τῆς ἐξατομικευμένης ποιμαντικῆς. Καί ἐνῶ μόλις τά τελευταῖα χρόνια ἡ Ψυχολογία ἔρχεται νά διαπιστώση τά ἀγαθά της ἀποτελέσματα, ἡ Ἁγία Γραφή πρώτη, καί κατόπιν οἱ Πατέρες, ἔκαμαν χρῆσιν αὐτῆς.
       «Ἐξ ὀνόματος πάντας ζήτει» προτρέπει ὁ Ἅγ. Ἰγνάτιος, καί «τοῖς κατ᾿ ἄνδρα κατά ὁμοήθειαν Θεοῦ λάλει», «οὐ πᾶν τραῦμα τῇ αὐτῇ ἐμπλάστρῳ θεραπεύεται· τούς παροξυσμούς ἐμβροχαῖς παῦε».
       Ἡ γνῶσις τῶν ποιμενομένων κατ᾿ ὄνομα καί ἡ προσωπική ἐπαφή μετ᾿ αὐτῶν, δίδει ἄριστα ἀποτελέσματα. Ὁ Κύριος ἰδιαιτέρως τό ἐτόνισε: ὁ καλός ποιμήν «τά ἴδια πρόβατα καλεῖ κατ᾿ ὄνομα» (Ἰωάν. Ι΄3).
       Αὐτή ἡ προσωπική ἐπαφή ποιμένος καί ποιμενομένων δημιουργεῖ ἰδιαιτέρους δεσμούς φιλίας καί ἀγάπης. Καί ὅπως λέγει ὁ ἱ. Χρυσόστομος, ὅτι ἡ καλλιτέρα ποιμαντική εἶναι «τό φιλεῖν καί φιλεῖσθαι».
       Εἰς τήν ἐξατομικευμένην ποιμαντικήν γίνεται ἀληθής μετάγγισις ἀγαθῶν συναισθημάτων μεταξύ δύο καρδιῶν. Εἰς τόν χῶρον τῆς προσωπικῆς ἐπαφῆς ἐκδιπλοῦται ἡ ψυχή τοῦ ποιμενομένου διότι ἀντιλαμβάνεται ζέουσαν τήν καρδίαν τοῦ ποιμένος, ἐνδιαφερομένην, ἀγαπῶσαν καί δακρύουσαν, ὄχι διά τήν γενικήν καί ἀφηρημένην κατάστασιν τῶν ἀνθρώπων ἀλλά διά τά συγκεκριμένα καί προσωπικά του προβλήματα.
       Ἡ ἐξατομικευμένη ποιμαντική κατέχει τό μυστικόν δημιουργίας πυρήνων θρησκευτικῶν ἐκ τῶν ὁποίων ὁ ποιμήν θά χρησιμοποιήση ὡς συνεργάτας του πλέον, τούς ποιμενομένους εἰς τό εὐρύτερον ποιμαντικόν του ἔργον.
       Τό Μυστήριον δέ τῆς Ἐξομολογήσεως, εἶναι ὁ ἄριστος χῶρος ἐντός τοῦ ὁποίου καλλιεργεῖται καί ἀναπτύσσεται ἡ ἐξατομικευμένη ποιμαντική. Φυσικά, καί ἐκτός αὐτῆς δύναται νά ἀσκηθῆ κατά τάς ποικίλας εὐκαιρίας πού δίδονται εἰς τόν ποιμένα.
       Ὅ,τι ἐπιτελεῖται εἰς τήν λεγομένην Ἰατρικήν τῆς Προσωπικότητος, ἐπιτυγχάνεται εἰς τήν ἀτομικήν ποιμαντικήν.
       Ὅλα τά φάρμακα διά τήν αὐτήν ἀσθένειαν δέν ἐφαρμόζονται εἰς ὅλους τούς ἀσθενεῖς. Καί αἱ πνευματικαί ἰατρεῖαι διά τάς αὐτάς πνευματικάς ἀσθενείας δέν ἀσκοῦνται εἰς ὄλους τούς πνευματικῶς ἀσθενεῖς. «Οὐ πᾶν τραῦμα τῇ αὐτῇ ἐμπλάστρῳ θεραπεύεται», σημειώνει ὁ Ἅγ. Πατήρ. Καί οἱ ὀξεῖς περιπτώσεις θεραπεύονται μέ μαλακτικά μέσα: «τούς παροξυσμούς ἐμβροχαῖς παῦε». Ὅταν ὁ ποιμήν συναντᾶ ἀντιθέσεις πεισματικάς, οὐδέποτε θά χρησιμοποιήση τήν ἀντίδρασιν ἀλλά τήν ἀνοχήν, τήν ὑπομονήν καί τήν ἀγάπην. Ἐκεῖνο πού ἰδιαιτέρως πρέπει νά σημειώσωμεν εἶναι ἡ ἀξία τῆς ἐξατομικευμένης ποιμαντικῆς.Ὅταν ὁ ποιμήν δέν τήν ἀσκεῖ, ἐνῶ ἴσως κοπιάζει πολύ εἰς τόν ἀγρόν τοῦ Κυρίου, θά αἰσθάνεται ἀνά πᾶσαν στιγμήν τό αἴσθημα ὅτι τό ἔργον του εἶναι μαζικόν καί ἀπρόσωπον, καί τόν ἑαυτόν του μέ κομμένας τάς χεῖρας καί τούς πόδας. Τό αἴσθημα δέ τοῦ ἀπομονωτισμοῦ παντοῦ θά τόν συνοδεύη. Ἐκεῖνο πού σήμερα λείπει, καί πού εἶναι τό μυστικόν τῆς ποιμαντικῆς ἐπιτυχίας, εἶναι ἡ ἐξατομικευμένη ποιμαντική. Πρός αὐτήν ὀφείλομεν νά στρέψωμεν ὅλην μας τήν βαρύτητα.
       Ὁ Χριστιανισμός εἶναι κατ᾿ ἐξοχήν
ἡ σωτηρία τοῦ προσώπου. Ἀπό πᾶσαν σελίδα τῆς Καινῆς Διαθήκης ἀναπηδᾶ αὐτή ἡ ἀλήθεια.
       Φυσικά, ἡ ἐνάσκησις τῆς ἐξατομικευμένης ποιμαντικῆς προϋποθέτει ἕνα βασικόν στοιχεῖον:
Τήν ὁλοκληρωμένην προσωπικότητα τοῦ ποιμένος. Ἡ ζωή του πρέπει νά ἀποπνέη ὑγείαν ἀπό πᾶσαν πτυχήν αὐτῆς. Ἐάν δέν διαθέτη ἀγαθήν ὑποδειγματικήν ζωήν καί εἰς αὐτάς ἀκόμη τάς ἀσημάντους λεπτομερείας τῆς ἰδιωτικῆς του ζωῆς, δέν δύναται νά ἀσκήση ἀτομικήν ποιμαντικήν. Ὁ ποιμενόμενος, πλησιάζοντας τόν ποιμένα, κατ᾿ ἀνάγκην θά τόν ἴδη ἀπό πολύ κοντά. Καί ἄν ἡ προσωπική του ζωή δέν ἐμπνέη καί δέν ἐνθουσιάζη, τότε ἡ ποιμαντική προσπάθεια ἀπέτυχε.
       Ποῖα ὅμως εἶναι τά προσόντα ἐκεῖνα πού θά καταστήσουν τόν ἱκανόν ποιμένα, τόσον διά τό πλῆθος ὅσον καί διά τά πρόσωπα;
       Τήν σπουδαιοτάτην αὐτήν παράγραφον, ἰδιαιτέρως τονίζει ὁ Ἅγ. Ἰγνάτιος πρός τόν Ἅγιον Πολύκαρπον.

       Πρῶτον καί βασικόν στοιχεῖον τῆς συνεχοῦς ἀναπτύξεως τῆς προσωπικότητος τοῦ ποιμένος, εἶναι ἡ διαρκής συναίσθησις τῆς πνευματικῆς καί ἠθικῆς του ἀνεπαρκείας.
       «Πλέον σπουδαῖος γίνου οὗ εἶ» γράφει ὁ Ἅγιος Πατήρ πρός τόν Ἅγιον Πολύκαρπον.
       Νά γίνεσαι διαρκῶς καί περισσότερον ἀξιόλογος ἀπ᾿ ὅτι εἶσαι.
       Πῶς θά προοδεύη ὁ ποιμήν ἄν δέν αἰσθάνεται τήν ἀνεπάρκειάν του; Καί πῶς θά ἀντιλαμβάνεται τήν ἀνεπάρκειάν του ἄν δέν εἶναι ταπεινός;
       Ζῶν τήν διαρκῆ συναίσθησιν τῆς πτωχείας του θά ἐργάζεται ἀόκνως διά νά πλουτίζη.
       «Αἰτοῦ σύνεσιν πλείονα ἧς ἔχεις».
       Ζήτει φρόνησιν περισσοτέραν ἀπ᾿ ὅ,τι ἐχεις.
       
Ἡ φρόνησις εἶναι τό δεύτερον βασικόν στοιχεῖον πού πρέπει νά κοσμῆ τόν ποιμένα. Ἡ φρόνησις ἐμπερικλείει τήν σπουδαιοτάτην ἀρετήν τῆς διακρίσεως πού κατά τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι ἡ μεγίστη καί πρώτη πασῶν τῶν ἀρετῶν. Καί ἐπαναλαμβάνει ὁ Ἅγ. Πατήρ τό τοῦ Κυρίου: «φρόνιμος γίνου ὡς ὄφις ἐν ἅπασιν καί ἀκέραιος εἰς ἀεί ὡς ἡ περιστερά».


       Ἡ Προσευχή, ἐν συνεχείᾳ, θά εἶναι τό Α καί τό Ω πάσης προσπαθείας τοῦ ποιμένος.
       «Προσευχαῖς σχόλαζε ἀδιαλείπτοις».
       Νά καταγίνεσαι συνεχῶς καί ἀδιαλείπτως εἰς τάς προσευχάς.
       Ἡ προσευχή, θά εἶναι ἡ καταφυγή του, ἡ ἰσχύς του καί ἡ ἔκβασις τῶν ζητημάτων του. Καί ἄν οἱ γεωργοί πρίν σπείρουν, συνηθίζουν νά βρέχουν τόν σπόρον, ὁ καλός τῶν ψυχῶν γεωργός, βρέχει ἐν δάκρυσι εἰς τάς προσευχάς του τόν λόγον τοῦ Θεοῦ πού πίπτει εἰς τάς καρδίας τῶν γεωργουμένων ὑπ᾿ αὐτοῦ, διότι ἔχει ἁγιογραφικήν τήν πληροφορίαν ὅτι εἰς τήν προσευχήν «οἱ σπείροντες ἐν δάκρυσι, ἐν ἀγαλλιάσει θεριοῦσιν» (Ψαλμ. ρκε΄5).
       Ἐκεῖνο πού σήμερα μᾶς λείπει, εἶναι ἡ ἐπαρκής προσευχή. Ἡ προσευχή ἐν κεκλιμένοις γόνασι. Ἡ προσευχή ἐν δάκρυσι.
       Ἐρρίψαμεν τό βάρος τοῦ ποιμαντικοῦ μας ἔργου εἰς τήν δρᾶσιν τήν ἐξωτερικήν. Εἰς τά ἔργα τά οἰκοδομικά καί κοινωνικά καί ἐλησμονήσαμεν τήν προσευχήν τήν θερμήν καί ἀδιάλειπτον.
       Δι᾿ αὐτό καί δέν ἐπιτυγχάνομεν. Κάποτε, ὁ Ἀπ. Πέτρος ἐχρησιμοποίησε ἕνα μόνον κήρυγμα διά νά προσελκύση εἰς τήν πίστιν 3000 ψυχάς. Σήμερα, ἡμεῖς χρειαζόμεθα 3000 κηρύγματα διά νά κερδήσωμεν μίαν μόνην ψυχήν. Καί τοῦτο, διότι μᾶς λείπει τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, πού ἀποκτᾶται, σύν τοῖς ἄλλοις, καί μέ τήν ἀδιάλειπτον προσευχήν.
       Σήμερον, δέν ζητᾶμε ἀπό τόν Θεόν νά μᾶς ἀποκαλύπτη τά μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ, καί ἐμείναμε μόνον μέ τήν «φυσικήν γνῶσιν» τήν ἀποκτωμένην διά τῆς μαθήσεως εἰς τά σχολεῖα καί τά βιβλία. Ἡ γνῶσις τοῦ οὐρανοῦ μᾶς εἶναι «ἐσφραγισμένη σφραγῖσιν ἑπτά». Καί ὅμως, «τά ἀόρατα αἴτει, συνιστᾶ ὁ Ἅγιος Πατήρ, ἵνα σοι φανερωθῇ ὅπως μηδενός λείπῃ καί παντός χαρίσματος περισσεύῃς».
       Νά ζητᾶς νά πληροφορηθῆς, διά τῆς προσευχῆς, ἀπό τόν Θεόν, τά ἀόρατα καί οὐράνια διά νά μή ὑστερῆς σέ τίποτα καί νά περισσεύης εἰς ὅλα τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
       Εἰς τήν ἐποχήν μας, τήν Θεολογίαν τήν μετεβάλαμεν εἰς ἐπιστήμην «κατά τά στοιχεῖα τοῦ κόσμου τούτου» καί ἡ ἀληθής Θεολογία, ἡ γνῶσις τοῦ Θεοῦ καί τῶν μυστηρίων αὐτοῦ, μᾶς μένει ἄγνωστη γῆ. Ἐπιγραμματικά συνδέει ὁ Ἅγιος Νεῖλος ὁ Σιναΐτης τήν ὡς ἄνω ἀλήθειαν τοῦ Ἁγ. Ἰγνατίου, σχέσεως γνώσεως μυστηρίων Θεοῦ καί προσευχῆς, λέγων: «Εἰ θεολόγος εἶ, προσεύξῃ ἀληθῶς. Καί εἰ ἀληθῶς προσεύχῃ, θεολόγος εἶ» (Φιλοκαλ. Τόμ. Α΄ σελ. 182).
       Ἄν εἶσαι θεολόγος, νά προσεύχεσαι ἀληθινά καί καθ᾿ ὅλας τάς ἀπαιτήσεις μιᾶς γνησίας πρός τόν θρόνον τοῦ Θεοῦ, ἀνερχομένης προσευχῆς. Καί ἄν ἔτσι γνησίως προσεύχεσαι, τότε θά εἶσαι ἀληθής γνώστης τοῦ Θεοῦ καί τῶν μυστηρίων του.
       Ὁ προσευχόμενος ὀφείλει ἀκόμη νά διατηρῆ ἀκοίμητον καί τήν προσοχήν.
       «Γρηγόρει, ἀκοίμητον πνεῦμα κεκτημένος».
       Μένε ξυπνητός, ἀποκτῶν πνεῦμα ἄγρυπνον πού διαρκῶς θά προσέχη ἐσωτερικούς καί ἐξωτερικούς ἐχθρούς τῆς ψυχῆς, ὅπως ὁμοίως ἐσωτερικούς καί ἐξωτερικούς ἐχθρούς τοῦ ποιμνίου.
       Κατά τόν Ἀπ. Παῦλον, ὁ πρεσβύτερος, λέγεται καί ἐπίσκοπος, διότι ὀφείλει νά ἐπισκοπῆ, νά βλέπη καλά πάντα κίνδυνον, ἀπειλοῦντα τό ποίμνιον.Ἡ ἐσωτερική ζωή τοῦ Ποιμένος εἶναι τό μυστικόν τοῦ ποιμαντικοῦ του ἔργου καί ἰδίᾳ τῆς ἀτομικῆς ποιμαντικῆς, ὅπως ἀνωτέρω ἀνεφέραμεν.
       «Νῆφε ὡς Θεοῦ ἀθλητής».
       «Ἡ νῆψις τῆς ψυχῆς, εἶναι ἡ ψυχή τοῦ ποιμένος».
       Τί εἶναι νῆψις ψυχῆς; «Φυλακή νοός καί καθαρότης καρδίας ὅ ἐστίν καί λέγεται νῆψις», γράφει ὁ Ἅγιος Ἡσύχιος ὁ Πρεσβύτερος (Φιλοκαλ. Τόμ. Α΄σελ. 157 & ρθ΄).
       Εἶναι ὁ διαρκής ἀγών πρός κάθαρσιν τῶν σκέψεων, τῶν αἰσθημάτων καί τῶν βουλημάτων. Ἡ κατάστασις τῆς ποιμαντικῆς δράσεως εἶναι ὁ καθρέπτης τῆς καταστάσεως τῆς ψυχῆς. Ἡ δρᾶσις ἡ ἐξωτερική, πάντοτε ἀφορμᾶται ἐκ τῆς νήψεως τῆς ψυχῆς. Αὐτό, οὐδέποτε πρέπει νά λησμονῆ ὁ καλός ποιμήν.
       Ὁ ποιμήν πρέπει νά ἔχη πνεῦμα ἀσκητικόν ἐν τῇ εὐρείᾳ ἐννοίᾳ, διότι καί ὁ Χριστιανισμός εἶναι ἄσκησις, ἀσκητισμός.
       Ἀκόμη, ὁ ποιμήν ἔχει νά ἀντιμετωπίση δυσκόλους καταστάσεις, ἀλλά καί ἀνθρώπους ἀντιδρῶντας καί μαχομένους τήν χριστιανικήν πίστιν.
       Τί πρέπει νά κάνη; Νά λιποτακτήση;
       «Ὁ καιρός ἀπαιτεῖ σε, ὡς κυβερνῆται ἀνέμους καί ὡς χειμαζόμενος λιμένα, εἰς τό Θεοῦ ἐπιτυχεῖν».
       Ὅπως οἱ ναυτικοί ἀναμένουν οὐρίους ἀνέμους καί ὁ ναυαγός ἀναζητεῖ λιμάνι σωτηρίας, ἔτσι καί ἡ ἐποχή σου σέ ζητᾶ ὡς ἀνορθωτήν τῶν πεπτωκότων, καταφύγιον τῶν πενήτων, προστάτην τῶν ὀρφανῶν, λύτην τῶν δυσκόλων τῆς ζωῆς προβλημάτων, πρόμαχον τῆς πίστεως, δείκτην τῆς ζωῆς, ποιμένα τῶν ψυχῶν.
       «Ὁ καιρός ἀπαιτεῖ σε».
       Ἡ κάθε ἐποχή, πρό παντός ἡ ἐποχή μας, «ὁ διαλυόμενος αὐτός αἰών» κατά τόν Ἅγ. Ἰσαάκ τόν Σῦρον, ἔχει ἀνάγκην τοῦ καλοῦ ποιμένος.
       Αἱ ἀντιδράσεις πολλαί. Αἱ μάχαι ἀκατάπαυστοι. Οἱ διωγμοί τῶν καλῶν, ἀπηνεῖς.
       Τί μέ αὐτό; Ἐσύ «στῆθι ἑδραῖος, ὡς ἄκμων τυπτόμενος· μεγάλου ἐστιν ἀθλητοῦ τό δέρεσθαι καί νικᾶν».
       Ἐσύ στάσου ἀμετακίνητος σάν ἀμόνι πού κτυπιέται. Γνώρισμα μεγάλου ἀθλητοῦ εἶναι νά δέρεται καί νά νικᾶ.
       «Εὐστάθει».
       Στάσου καλά, εἶναι τό μονολεκτικόν σύνθημα τοῦ Ἁγίου Πατρός. «Στῶμεν καλῶς», εἶναι τό ἀντίστοιχον λειτουργικόν μας σύνθημα. Ὁ ποιμήν ὁ καλός μένει πάντοτε εἰς τήν θέσιν του.
       «Ὁ ποιμήν ὁ καλός τήν ψυχήν αὐτοῦ τίθησιν ὑπέρ τῶν προβάτων» (Ἰωάν. ι΄ 11).
       Ὁ ποιμήν δέν πρέπει νά εἶναι μόνον ὁ ἐπίσκοπος τοῦ τόπου ἀλλά καί ἐπίσκοπος τοῦ χρόνου.
       «Τούς καιρούς καταμάνθανε. Τόν ὑπέρ καιρόν προσδόκα, τόν ἄχρονον, τόν ἀόρατον, τόν δι᾿ ἡμᾶς ὁρατόν, τόν ἀψηλάφητον, τόν ἀπαθῆ, τόν δι᾿ ἡμᾶς παθητόν, τόν κατά πάντα τρόπον δι᾿ ἡμᾶς ὑπομείναντα».


       «Τούς καιρούς καταμάνθανε». Τούς καιρούς ἐξέταζε καλῶς.
       Οἱ καιροί ἐπείγονται «διά τό εἶναι ἐγγύς τόν Κύριον».
       Ἐπάνω τοῦ κόσμου καί τοῦ χρόνου εἶναι ὁ ἄχρονος Υἱός καί ἐνανθρωπήσας Ἰησοῦς, ἡ ἀγάπη πρός τόν ὁποῖον, παραμερίζει κάθε ἄλλην εἰς τόν κόσμον τοῦτον ἀγάπην. Ὁ ἀληθής ποιμήν ἐργάζεται ἐν χρόνῳ ἀλλά βλέπει τήν τελικήν τοποθέτησιν τοῦ ἀνθρώπου εἰς τήν αἰωνιότητα. Ὁ χρόνος εἶναι ἁπλῶς ἡ προϋπόθεσις καί ἡ πρόγευσις αὐτῆς. Κάθε του ἔργον, τό δοκιμάζει μέ τό πῦρ τῆς αἰωνιότητος, ὥστε νά εὑρεθῆ ὡς χρυσός καί ὄχι ὡς χόρτος καί καλάμη (Πρβλ. Α΄Κορ. γ΄ 12).
       Ζῆ τούς «ἐσχάτους καιρούς» τήν «ἐσχάτην ὥραν» (Α΄Ἰωάνν. β΄ 18), καί ἀναμένει τήν Δευτέραν τοῦ Κυρίου Παρουσίαν. Βλέπει πλεονάζουσα τήν ἀνομίαν καί ἀποστασίαν, τήν ψῦξιν τῆς ἀγάπης τῶν πολλῶν, τήν ἀπιστίαν τῶν Χριστιανῶν καί τήν στροφήν των πρός παλαιάς καί νέας μορφάς φυσιολατρείας καί εἰδωλολατρείας.
       Δέν ἐκπλήσσεται. «Μή σέ καταπλησσέτωσαν», συμβουλεύει ὁ Ἅγιος Πατήρ. Μόνο διακρίνει, προστατεύει τό ποίμνιον καί ἀναμένει.
       Εἰς τό βάθος τῆς ψυχῆς τῆς νύμφης ὑπάρχει ἡ ἀναμονή τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ. Ἀναμένει καί ἀναφωνεῖ εἰς τήν βεβαίωσιν τοῦ Νυμφίου ὅτι δέν ἀργεῖ: «Ναί ἔρχου, Κύριε Ἰησοῦ» (Ἀποκ. κβ΄ 20).
       Εἰς μίαν ἐνδεχομένην κόπωσιν τῆς ψυχῆς, ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος σημειώνει: «ὅπου πλεῖον κόπος, πολύ κέρδος».
       Ὅταν ὁ ποιμήν βλέπη τό κέρδος τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὁ κόπος τότε, γίνεται ἐλαφρύς καί εὔκολος ὁ δρόμος.
       «Λογίζομαι γάρ, γράφει ὁ Ἀπ. Παῦλος, ὅτι οὐκ ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρός τήν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς» (Ρωμ. η΄ 18). Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι τό μεγάλο βουκέντρι πού ἐξαφανίζει τό αἴσθημα τοῦ κόπου καί τῆς ἀπογοητεύσεως. Δι᾿ ἕνα πρᾶγμα θά λυποῦνται οἱ ἅγιοι εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, ὅτι δέν ἠγωνίσθησαν περισσότερον ἐδῶ εἰς τήν γῆν διά νά ἀπολαύσουν δόξαν περισσοτέραν εἰς τόν οὐρανόν.
       Τέλος, ὁ Ἅγ. Ἰγνάτιος παραθέτει δύο χαρακτηριστικά γνωρίσματα διά τόν μέλλοντα νά ποιμάνη τήν Ἐκκλησίαν τῶν Ἀντιοχέων: «Χειροτονῆσαί τινα, ὅν ἀγαπητόν λίαν ἔχετε καί ἄοκνον, ὅς δυνήσεται θεοδρόμος καλεῖσθαι».
       Ἄοκνος καί Θεοδρόμος!
       Ὁ δρόμος τοῦ ποιμένος νά εἶναι ὁ Θεός. Ὁ Κύριος εἶπε: «ἐγώ εἰμί ἡ ὁδός». Αὐτήν τήν ὁδόν, δηλαδή τόν ἴδιον τόν Χριστόν, ὀφείλει πάντοτε νά ὁδεύη. Διαποτισμένος μέσα εἰς τήν ἁγιότητα, νά ἀκτινοβολῆ ἁγιότητα. Νά ἀποπνέη εἰς τό περιβάλλον του τήν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί νά καθιστᾶ φανερά τά ἐνεργήματα Αὐτοῦ. Ἄν διά τοῦ στόματός του λαλεῖται ὁ Χριστός, διά τῆς ἁγίας του ζωῆς νά ἀποκαλύπτεται ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ.
       Νά γίνεται ALTER CHRISTUS, ἄλλος Χριστός.
       Ἄμβων ἀσίγητος, ἡ συμπεριφορά του.
       Κανδήλα, φῶς ἱλαρόν διαχέουσα, ἡ ἀρετή του.
       Ἡ σημερινή ἐποχή, ἔχει σοφούς ἀρκετούς πού μέ τήν σοφίαν των προάγουν κάθε τέχνην καί ἐπιστήμην. Ἁγίων ὅμως στερεῖται· ἀληθῶν θεοδρόμων καί χριστοφόρων καί θεοφόρων, ὅπως τοῦς ἀποκαλῆ ὁ Ἅγιος Πατήρ.
       Καί ἡ σοφία χρειάζεται. Ἡ κατά κόσμον σοφία. Ὄχι ὅμως χωριζομένη τῆς ἁγιότητος. Τό ἰδεῶδες εἶναι:
       Ἅγιοι εἰς τήν σοφίαν καί σοφοί εἰς τήν ἁγιότητα.
       Ὁ ποιμήν ἀκόμη, θά εἶναι καί ἄοκνος. Ἡ δραστηριότητά του ὀφείλει νά καλύπτη κάθε τομέα τοῦ ποιμαντικοῦ του ἔργου καί νά καθίσταται φιλότιμος, φιλόπονος καί ἐργατικός. Δέν θά εἶναι ὁ ἄνθρωπος τῶν ἀνακλίντρων καί τῆς ἀστικῆς νοοτροπίας.
       Θά εἶναι ὁ ἀνήσυχος ἄνθρωπος. Ὁ ἄνθρωπος χωρίς διακοπάς, διότι καί ὁ διάβολος δέν διακόπτει τό φθοροποιόν του ἔργον. Οἱ καιροί ἐπείγονται. Ὅταν ὅλα τρέχουν μέ ἀσυλλήπτους ταχύτητας, ὁ ποιμήν δέν ἐπιτρέπεται νά ἐμφανίζη σημειωτά βήματα. Ὁ ἄοκνος, ζῶν εἰς τήν ἁγιότητα, ἤδη ἔχει ὑπερβῆ τόν ἑαυτόν του καί ἔχει δοθῆ ὁλοκληρωτικά εἰς τό ποίμνιόν του. * * *
       Ὁ ἀνιδιοτελής ποιμήν οὐδέποτε σφετερίζεται τό ἔργον τοῦ Θεοῦ πρός ἴδια ὀφέλη, ὑλικά ἤ πνευματικά. Δέν ζητᾶ χρήματα οὔτε δόξαν. Τά πάντα ἀνήκουν εἰς τόν Θεόν.
       Δέν ζηλεύει, οὔτε ἐποφθαλμιᾶ ἄλλους ἐργάτας τοῦ Εὐαγγελίου. Αὐτό ἀκριβῶς τό σημεῖον, εἶναι καί τό κριτήριον τῆς ἀνιδιοτελείας του.
       Ζεῖ καί συνεργάζεται μετά τῶν ἄλλων ποιμένων καί ἐργατῶν, ἁρμονικῶς.
       «Τῷ ἐπισκόπῳ προσέχετε, σημειώνει ὁ Ἅγιος Πατήρ, συγκοπιᾶτε ἀλλήλοις, συναθλεῖτε, συντρέχετε, συμπάσχετε... ὡς Θεοῦ οἰκονόμοι καί πάρεδροι καί ὑπηρέται».
       Εἶναι χαρακτηριστική ἡ πρόθεσις «σύν» εἰς τά ἀνωτέρω ρήματα. Εἶναι ἡ ἐπιμονή τοῦ ἁγίου Πατρός εἰς τό πνεῦμα τῆς ἀγάπης, τῆς συνεργασίας καί τῆς ἀληθοῦς κοινωνίας. Ἄν ποτε συμβῆ κάποια δυσκολία ἤ δυστροπία, τότε «μακροθυμήσατε μετ᾿ ἀλλήλων ἐν πραότητι, ὡς ὁ Θεός μεθ᾿ ἡμῶν».
       Σεβασμιώτατε Ἅγιε Δέσποτα,
       Σεβαστοί Ἅγιοι Πατέρες.
       Αὐτός εἶναι ὁ ποιμήν ὁ καλός, ὅπως τόν ζητᾶ ὁ Θεός καί τόν σκιαγραφῆ εἰς τήν πρός Πολύκαρπον Ἐπιστολήν του ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος.
       Εἶναι μία μαρτυρική φωνή, ὄχι μόνον διά τήν ἐποχήν του ἀλλά διά κάθε ἐποχήν, καί τήν ἐποχήν μας, πού μαρτύρεται Χριστόν καί ἀρετήν: «Τό βάπτισμα ὑμῶν μενέτω ὡς ὅπλα, ἡ πίστις ὡς περικεφαλαία, ἡ ἀγάπη ὡς δόρυ, ἡ ὑπομονή ὡς πανοπλία, τά δεπόσιτα ὑμῶν (αἱ ἀποθῆκαι ὑμῶν) τά ἔργα ὑμῶν».
       Ὁ ποιμήν, καθῆκον ἔχει, νά ἀντικατοπτρίζεται εἰς τοιαύτας ἁγίας ποιμαντικάς συγγραφάς.
       Νά ἀντλῆ δυνάμεις, σοφίαν, ἁγιότητα, τέχνην.
       Νά τοῦ ὑπενθυμίζεται ὅτι ὀφείλει «ἀναζωπυρεῖν τό χάρισμα τοῦ Θεοῦ, ὅ ἐστιν ἐν αὐτῷ διά τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν» τοῦ πρεσβυτερίου (Β΄Τιμ. Α΄6).
       Νά ζῆ τήν ἀσκητικότητα, τήν νῆψιν τῆς ψυχῆς, τήν ἁγιότητα.
       Νά λούεται εἰς τό φῶς καί τήν σοφίαν τοῦ Χριστοῦ.
       Νά γίνεται διαρκῶς ἀξιόθεος καί θεοπρεπής.
       Ἄοκνος καί θεοδρόμος.
       Χριστομαθής καί ἁγιοφόρος.
       Χριστοφόρος, ναοφόρος καί θεοφόρος, κατά τάς ὡραίας ἐκφράσεις τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου.
       Ὁ ἀληθής Χριστιανός Ποιμήν, δέν ἀνήκει ποτέ εἰς τόν ἑαυτόν του ἀλλά πάντοτε εἰς τόν Χριστόν. Δέν κρατᾶ τίποτα διά τόν ἑαυτόν του.
       Ἠμπορεῖ ἀνά πᾶσαν στιγμήν νά λέγη: «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζεῖ δέ ἐν ἐμοί Χριστός».
       «Χριστιανός, ἑαυτοῦ ἐξουσίαν οὐκ ἔχει ἀλλά Θεῷ σχολάζει». Ὁ ποιμήν ὁ ἀληθής, σχολάζει, κινεῖται καί ζεῖ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, πάντοτε.
       Ὧ ἡ δόξα μετά τοῦ Πατρός καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν.

Ἀρνίον Ἑστηκὸς...

Select language...
English  Greek  Spanish

π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος